Η γενικευμένη οικονομική κρίση που περνά η χώρα και η απαίτηση για περικοπές δαπανών και έλεγχο των εξόδων του κράτους, προκειμένου να εξοικονομηθούν οι απαραίτητοι πόροι για την ενδυνάμωση της οικονομίας της, θέτει για μια ακόμα φορά στο επίκεντρο τους προβληματισμούς και τις επιφυλάξεις που διατυπώνονται συχνά για τη σκοπιμότητα και την αποτελεσματικότητα των κρατικών επιχορηγήσεων προς το θέατρο, αλλά και όλες ενγένει τις μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης και δημιουργίας (χορός, μουσική, κινηματογράφος, ζωγραφική, λογοτεχνία κ.α.).
Είναι αναντίρρητο γεγονός, ότι ο Πολιτισμός για να υπάρξει πρέπει να διαθέτει μια συστηματική ηθική, υλική και κυρίως και ουσιαστική οικονομική ενίσχυση, που θα επιτρέψει τους καλλιτέχνες να δημιουργήσουν και τις Τέχνες να αναπτυχθούν πολυδιάστατα.
Για να γίνει αυτό, απαιτείται πρωταρχική γενναία χρηματοδότηση από ποικίλες πηγές, ανάμεσα στις οποίες η μόνη σταθερή και εξασφαλισμένη θεωρείται αυτή του κράτους.
Το ενδιαφέρον αυτό, συνήθως περιορίζεται μόνο στο επίπεδο της ετήσιας οικονομικής επιχορήγησης κάποιων καλλιτεχνών, χωρίς σχεδόν ποτέ να εγγίζει τις άλλες (πιο ουσιαστικές) παραμέτρους της πολιτιστικής δημιουργίας, όπως η καλλιτεχνική εκπαίδευση σε οργανωτικό, θεσμικό και παιδαγωγικό επίπεδο, εντός και εκτός του ειδικού, οργανωμένου συστήματος παροχής γνώσης και εμπειρίας, την προώθηση της δημιουργικότητας και της καινοτομίας στον χώρο της Τέχνης, την επιβράβευση του τελικού αποτελέσματος, την προώθηση της ελληνικής τέχνης στο εξωτερικό, τη δημιουργία χώρων έκφρασης, την παροχή κινήτρων για επαφή του ευρύτερου κοινού με τα καλλιτεχνικά προϊόντα και τέλος την πολυσυζητημένη χρηματική ενίσχυση των δημιουργών υπό μορφή επιχορηγήσεων με το μόνιμο ή περιοδικό χαρακτήρα.
Ο στόχος βέβαια αυτών των ενεργειών είναι προφανής: η ανάπτυξη της ελληνικής Τέχνης και του Πολιτισμού, η δημιουργία προϊόντων υψηλού καλλιτεχνικού κύρους, η ανταγωνιστικότητα των ελλήνων καλλιτεχνών σε διεθνές επίπεδο, η γενικότερη ανάδειξη της πολιτισμικής φυσιογνωμίας της χώρας και η ισχυροποίηση της αντίστοιχης ταυτότητά της μέσα στο σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον. Αντ’ αυτών τί είναι εκείνο που επί σειρά ετών παρακολουθούμε τουλάχιστον στο θέατρο, αφού το βασικό ζητούμενο αφορά στις θεατρικές κρατικές επιχορηγήσεις;
Μια πληθώρα από καταξιωμένους ή νεοπαγείς, παραδοσιακούς ή πρωτοποριακούς, γνωστούς ή άγνωστους θιάσους, ομάδες και σχήματα, υπό τη διεύθυνση και εποπτεία κάποιου σκηνοθέτη (συνήθως ιδρυτή του ενλόγω σχήματος) καταθέτουν φιλόδοξες, εντυπωσιακές, θεαματικές προτάσεις στις αρμόδιες υπηρεσίες του ΥΠΠΟ ζητώντας την επιχορήγησή τους, προκειμένου να τις υλοποιήσουν, αφού διαφορετικά λόγω του κόστους αυτό θα ήταν αδύνατο.
Πέραν της πραγματικής ή μη καλλιτεχνικής αξίας των εν λόγω προτάσεων, χωρίς να υπεισέλθουμε καν στη διαδικασία αξιολόγησης και κατάληξης για το αν αξίζουν ή όχι επιχορήγησης, εγείρονται εύλογα ερωτήματα ως προς το ποιά κριτήρια πρέπει να πρυτανεύουν σε μια τέτοια επιλογή, πώς γίνονται οι κρίσεις και ποιά είναι τα πρόσωπα που απαρτίζουν τις σχετικές επιτροπές, ποιοί τελικά και με ποιά ποσά επιχορηγούνται και ποιοί όχι. Ως άμεση συνέπεια προκύπτει ότι πρέπει να αντιμετωπίσουμε το ζητούμενο με διαφορετικούς όρους και συνθήκες και να το εξετάσουμε όχι μόνο με αισθητικά και καλλιτεχνικά, αλλά και με κοινωνιολογικά και οικονομικά κριτήρια.
Γιατί το θέατρο δεν είναι μόνο αισθητικό φαινόμενο και σύνθετη μορφή Τέχνης, αλλά εξίσου και ταυτόχρονα είναι επικοινωνιακό φαινόμενο, που ως τέτοιο υπόκειται σε ανάλυση κοινωνιολογικού περιεχομένου. Αποτελεί πεδίο κοινωνικής και οικονομικής δραστηριότητας, η οποία οφείλει να αντιμετωπισθεί με παρόμοια κριτήρια, όπως και κάθε άλλη μέσα στα πλαίσια της σύγχρονης καταναλωτικής κοινωνίας.
Το θεατρικό θέαμα (παράσταση) συνιστά καταναλώσιμο αγαθό, το οποίο για να αποφέρει κέρδος (ως προϊόν), οφείλει να καταναλωθεί από τους φυσικούς αποδέκτες του, τους θεατές στη θεατρική αίθουσα. Αν αυτό δε γίνει, τότε η παραγωγή του είναι ανεπιτυχής, οικονομικά ατελέσφορη και η διατήρησή της ανώφελη και επιζήμια με καθαρά οικονομικούς όρους.
Πώς είναι λοιπόν δυνατό να ξεπεραστεί αυτός ο κίνδυνος και το θέατρο (ως θέαμα) να μετατραπεί σε κερδοφόρα επιχείρηση, άρα να μπορεί να επιβιώσει, να συντηρηθεί και να αποφέρει οικονομικό όφελος στους συντελεστές του;
Μα φυσικά εφόσον υπάρχει μεγάλη ζήτηση, άρα διάθεση των εισιτηρίων στους θεατές και αντίστοιχη προσέλευση του κοινού. Αυτό γίνεται στο λεγόμενο «Εμπορικό Θέατρο» το οποίο λειτουργεί αποκλειστικά και μόνο με οικονομικά κριτήρια και συνακόλουθο αποτέλεσμα την πιθανή (και όχι αναγκαστικά, ούτε πάντα) υποβάθμιση του προσφερομένου καλλιτεχνικού θεάματος, αφού στόχος είναι το (εύκολο) κέρδος και όχι το αισθητικό αποτέλεσμα.
Τι γίνεται όμως σε αντίθετη περίπτωση, σ’ αυτή δηλαδή κατά την οποία αποκλειστικός στόχος είναι η δημιουργία και προσφορά ενός ποιοτικού σκηνικού προϊόντος, μιας θεατρικής παράστασης υψηλών αισθητικών προδιαγραφών και αποτελέσματος ιδιαίτερα απαιτητικού για τις προσληπτικές ικανότητες του μέσου θεατή;
Πώς είναι δυνατό να ανταπεξέλθουν στα έξοδά τους οι θίασοι του λεγομένου «Θεάτρου Τέχνης» με εκ των πραγμάτων μικρές οικονομικές εισροές (λόγω του περιορισμένου κοινού που παρακολουθεί τις παραστάσεις τους), οι οποίες μονίμως δεν είναι ισοσκελισμένες με τις δαπάνες και κατά συνέπεια προκαλούν μονίμως ελλειματικούς προϋπολογισμούς στα αντίστοιχα θεατρικά σχήματα:
Ο νόμος των μοιραίων εξόδων των Baumol-Bawen διατυπωμένος ήδη από το 1964 έδωσε ικανοποιητική απάντηση για τον τρόπο διαχείρισης και λειτουργίας αυτού του είδους των προβληματικών επιχειρήσεων πολιτισμού (Θέατρα Τέχνης) που συνίσταται σε δύο βασικούς άξονες:
- Τη δημιουργία ενός φανατικού αριθμού υποστηρικτών και «φίλων» που με τη συστηματική, ενεργό συμμετοχή τους και τη δυναμική συμπαράσταση (διαφήμιση, προώθηση, κ.α.) σε οποιαδήποτε θέαμα παρουσιάζει το συγκεκριμένο σχήμα, αποτελεί ένα βασικό πυρήνα θεατών που στοιχειωδώς εγγυάται τη βιωσιμότητά του, με την έμπρακτη οικονομική ενίσχυση που παρέχει προς αυτό (ως αντίτιμο του εισιτηρίου που πληρώνει για την παρακολούθηση της παράστασης).
- την κρατική επιχορήγηση, η οποία έρχεται υπό μορφήν επιβράβευσης να δικαιώσει το υποθετικό ή πραγματικό ποιοτικό αποτέλεσμα που παρουσιάζεται από τις παραστάσεις του εν λόγω θεάτρου και αντίστοιχα να καλύψει κατά το μεγαλύτερο ή μικρότερο μέρος τα έξοδα παραγωγής του, επιτρέποντας την απόκτηση κέρδους για τους δημιουργούς από τη διάθεση των εισιτηρίων προς το κοινό.
Αλλά και διαφορετικά, πιο σύγχρονα τεχνάσματα και μεθοδεύσεις για την αντιμετώπιση του οικονομικού προβλήματος από τα «Θέατρα Τέχνης» χρησιμοποιούνται και λειτουργούν στο σύγχρονο θέατρο όπως:
- οι μικροί και περιορισμένοι χώροι, που επιτρέπουν εύκολη πληρότητα έστω και με περιορισμένο αριθμό θεατών, ενώ δίνουν την εντύπωση ευρύτατης αποδοχής του θεάματος και μεγάλης προσέλευσης το κοινού
- οι «sold out» παραστάσεις, οι οποίες τεχνιέντως προκαλούνται εκ του προηγουμένου
- ο περιορισμένος αριθμός παραστάσεων, που τις καθιστά «μοναδικές», άρα αυτομάτως αναδεικνύει σε προνομοιούχους όσους τις παρακολούθησαν
- οι παραστάσεις για «ειδικό» κοινό, όπως οι μεταμεσονύκτιες, που προσελκύουν θεατές που ανήκουν σε διαφορετικές «ομάδες-στόχους» από τις συνήθεις, οι οποίες προφανώς θα διέφευγαν, αν ο χρόνος της παράστασης ήταν διαφορετικός
- η συρρίκνωση του αριθμού παραστάσεων εβδομαδιαίως σε δύο τρεις μόνο ημέρες
- η ελαχιστοποίηση των συνεργατών της παράστασης και ο αντίστοιχος περιορισμός των δαπανών
Με όλους αυτούς τους τρόπους καθίσταται δυνατή η επιβίωση όλων των θιάσων που κινούνται εκτός του λεγομένου «Εμπορικού Θεάτρου» και υποτίθεται η πραγματικά λειτουργούν ως «Θέατρα Τέχνης». Εξ αυτού δίνεται η δυνατότητα στην Αθήνα να λειτουργούν ταυτόχρονα κατά τη χειμερινή περίοδο πάνω από 200 θεατρικοί χώροι με πολλαπλάσιες θεατρικές παραστάσεις.
Η ερώτηση που εύλογα προκύπτει, ύστερα από τις αρχικές αυτές διαπιστώσεις είναι σχεδόν αυτονόητη:
Είναι λογική αυτή η πραγματικότητα, ή μήπως αποτελεί μία ακόμα έκφανση της στρεβλής ανάπτυξης που χαρακτηρίζει όλες σχεδόν τις πτυχές της ελληνικής κοινωνίας;
Είναι απαραίτητη η ύπαρξη όλων αυτών των σχημάτων για την υποτιθέμενη ή πραγματική πολιτιστική «άνθιση» που έρχεται να ενισχύσει ο θεσμός των κρατικών επιχορηγήσεων;
Προσφέρουν στ’ αλήθεια τόσο ουσιαστικό και σοβαρό έργο όλοι αυτοί οι επιχορηγούμενοι θίασοι στον ελληνικό πολιτισμό, ο οποίος χωρίς εκείνους θα ήταν κατά πολύ κατώτερος, ώστε να δικαιολογείται η οικονομική επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού και αντίστοιχα του απλού έλληνα φορολογούμενου πολίτη;
Πώς είναι δυνατόν μέσα στη δεδομένη οικονομική δυσπραγία, με περιορισμένο και σταθερά συγκεκριμένο αριθμό θεατών / καταναλωτών και ενώ το θέατρο διέρχεται τόση και τέτοια κρίση, οι θεατρικές αίθουσες να πολλαπλασιάζονται στην Αθήνα και αντίστοιχα να κλείνουν στην επαρχία;
Είναι μόνο η Αθήνα με τους δικούς της θιάσους που μονοπωλεί τον ελληνικό πολιτισμό, ενώ η υπόλοιπη Ελλάδα σχεδόν απουσιάζει κραυγαλέα;
Ποια είναι τα απτά αποτελέσματα αυτής της επιχορήγησης και κατά πόσο αντίστοιχα είναι με το οικονομικό κόστος με το οποίο επιβαρύνεται ο κρατικός προϋπολογισμός;
Αν προσπαθήσουμε να δώσουμε λογικές απαντήσεις σ’ όλες αυτές τις απορίες, όχι μόνο με κριτήρια καλλιτεχνικά αλλά και οικονομικά, θεωρώντας δηλαδή το θέατρο ως πολιτιστικό αγαθό προς κατανάλωση και τον επιχορηγούμενο θίασο ως επιχείρηση (έστω και προβληματική), τότε μοιραία θα καταλήξουμε σε συμπεράσματα που ανατρέπουν άρδην την υπάρχουσα κατάσταση και δημιουργούν μια νέα πραγματικότητα στο θεσμό, εντελώς διαφορετική από την υπάρχουσα μέχρι τώρα.
Αυτό δε σημαίνει καθόλου ότι θα πρέπει να καταργηθούν οι κρατικές επιχορηγήσεις προς το θέατρο. Σημαίνει όμως ότι θα πρέπει να επανεξετασθούν με νέα και γιατί όχι διαφορετικά αξιολογικά κριτήρια όπως:
- δεν μπορεί να χρηματοδοτείται συνεχώς κάποιος θίασος, αλλά η επιχορήγηση πρέπει να δίνεται μόνο για μια περιορισμένη χρονική διάρκεια 5-8 ετών, προκειμένου ο εν λόγω (νέος) θίασος ή σχήμα να συγκροτήσει την καλλιτεχνική του φυσιογνωμία και να αποκτήσει τη δυνατότητα αυτοσυντήρησης. Σε διαφορετική περίπτωση (όπως ακριβώς θα συνέβαινε σε κάθε άλλη επιχείρηση) θα πρέπει να σταματήσει τη λειτουργία του και οι συμμετέχοντες σ’ αυτόν ως επαγγελματίες, να ενταχθούν σε άλλο σχήμα. Με τη σημασία αυτή κανένας θεατρικός όμιλος, εταιρία ή σχήμα που υφίσταται πάνω από 5-8 χρόνια δεν θα πρέπει να επιχορηγείται με εξαίρεση τα Εθνικά και τα Δημοτικά Περιφερειακά Θέατρα. Κατά περίπτωση, κάποιες φορές και κατ’ εξαίρεση, υπό μορφήν επιβράβευσης, μπορεί να επιχορηγηθεί κάποιο σχήμα το οποίο παρουσίασε εξαιρετικό δείγμα δουλειάς και έχει λάβει διεθνή τιμητική διάκριση, αναγνώριση ή εκπροσώπησε επίσημα την Ελλάδα στο εξωτερικό στα πλαίσια κάποιου διεθνούς θεατρικού / πολιτιστικού Φεστιβάλ ή αντίστοιχης εκδήλωσης. Ακόμα κι αυτές όμως οι κατεξαίρεση περιπτώσεις πρέπει να αντιμετωπίζονται με ιδιαίτερη προσοχή και κριτικό έλεγχο
- η επιχορήγηση πρέπει να δίνεται όχι μόνο με καλλιτεχνικά, αλλά και με κοινωνικά – οικονομικά κριτήρια, όπως: ο συνολικός αριθμός των απασχολουμένων στο επιχορηγούμενο σχήμα, ο αριθμός των παραστάσεων που δίνονται, ο τόπος έδρας του κ.α. Με τη σημασία αυτή πρέπει να ενισχυθεί ο θεσμός της περιοδείας και οι θίασοι που επιχορηγούνται να υποχρεώνονται να δίνουν συγκεκριμένο αριθμό παραστάσεων στην επαρχία με αποτέλεσμα την ενίσχυση της θεατρικής δραστηριότητας εκτός Αθηνών.
- να επιχορηγείται το θεατρικό σχήμα ή ομάδα και όχι ο επικεφαλής της καλλιτέχνης, ιδρυτής ή σκηνοθέτης
- να κατατίθεται οικονομικός απολογισμός κατ’ έτος για τη διάθεση του ποσού της χρηματοδότησης, ο οποίος να περνά από κρίση και έγκριση από αρμόδιες επιτροπές του ΥΠΠΟ
- να γίνεται αξιολόγηση του καλλιτεχνικού αποτελέσματος που προέκυψε κάθε φορά από τη συγκεκριμένη χρηματοδότηση και το προϊόν της να προσμετράται με ανάλογη βαρύτητα στην επόμενη αίτηση του ίδιου θιάσου
- να υπάρχει εναλλαγή των μελών που απαρτίζουν τις κρατικές επιτροπές επιχορηγήσεων, ώστε να αποφεύγεται η δημιουργία προσωπικών σχέσεων με τους υπό επιχορήγηση θιάσους
Με το συνδυασμό τέτοιων καλλιτεχνικών και κοινωνιολογικών κριτηρίων και πάνω απ’ όλα με το συστηματικό έλεγχο και τη συνεχή αξιολόγηση, είναι δυνατόν, ο συγκεκριμένος θεσμός να λειτουργήσει ευεργετικά για την ανάπτυξη του θεάτρου.