Στην αίθουσα ακροάσεων του Βασιλικού παλατιού της 15ης-13ης χιλιετίας, το φάντασμα του βασιλιά Amorabi ήταν στο θρόνο του. Δίπλα του καθόταν ο σύμβουλός του Rabano, ο αρχιερέας Rashabanou και ο πλούσιος έμπορος Ortonou, ενώ το θέαμα απολάμβανε από ψηλά, στον πιο καλοσυντηρημένο προμαχώνα του τείχους, ο θεός Bel, που είχε υποκύψει στην περιέργεια και άφησε το ναό του, που δεσπόζει επιβλητικά σ’ όλη την αρχαία πόλη.
Στις καρέκλες που γέμιζαν τον χώρο όμως δεν καθόταν οι μακρινές και ακαθόριστες για μας σήμερα μορφές των Ακκαδαίων, Χεττιτών, Αμοριτών και Ασυρρίων κατοίκων των περιοχών στις οποίες εκτεινόταν τα όρια της Ugarit, αλλά πραγματικοί θεατές, περίοικοι της παραθαλάσσιας Ras Schamra και επίσημοι προσκεκλημένοι, άνθρωποι του θεάτρου, καλλιτέχνες και επιστήμονες από τη Συρία, την Ιταλία και την Ελλάδα, για να παρακολουθήσουν την παράσταση «War gifts» που έδινε ο ιταλικός θίασος Astragali και ομάδα νέων σύρων ηθοποιών, σε σκηνοθεσία Fabio Tolledi.
Το έργο, στηριζόμενο στις «Τρωάδες» του Ευριπίδη, εκφράζει αντιπροσωπευτικά την έννοια της διακειμενικής σύνθεσης και της πολυπολιτισμικής παράστασης, που συνενώνει πολιτισμικά στοιχεία από τη Δύση και την Ανατολή, μορφοποιώντας κατά τον καλύτερο τρόπο το διάλογο των πολιτισμών των λαών της Μεσογείου, δικαιολογημένα εντασσόμενο σε αντίστοιχο Πρόγραμμα του Ιδρύματος Anna Lindh, στο οποίο, ως εταίρος, μετέχει και το Εργαστήριο Τέχνης και Λόγου του Π.Τ.Δ.Ε. του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Η ίδια παράσταση, σε διαφορετική εκδοχή, είχε αρχικά παρουσιαστεί στην Αθήνα, με τη συμμετοχή φοιτητών του προπτυχιακού και μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών του Π.Τ.Δ.Ε. και τη συνεργασία του Εργαστηρίου Τέχνης και Λόγου του ίδιου Τμήματος, στα πλαίσια του Ευρωπαϊκού Προγράμματος «Cultura» 2000.
Στην παρούσα, είχε κρατηθεί ο βασικός καμβάς του έργου, το θέμα των «Τρωάδων» και οι συνέπειες του πολέμου από την πλευρά των ηττημένων και μάλιστα των γυναικών, ενώ είχε εμπλουτιστεί με κειμενικά, μουσικά, υποκριτικά και θεατρικά στοιχεία προερχόμενα από την πολιτιστική παράδοση της Συρίας και γενικότερα του αραβικού κόσμου.
Η ογκώδης και επιβλητική τοιχοποιία του ανακτόρου με τα μισογκρεμισμένα κτίσματα, τις πλακόστρωτες χορταριασμένες αίθουσες, τους δαιδαλώδεις διαδρόμους, κατάλοιπα παλιάς αίγλης και ισχύος των κατοίκων τους, είχαν μετατραπεί σε υποβλητικό σκηνικό, στο οποίο διαδραματιζόταν παραστατικά η αιώνια και πανανθρώπινη τραγωδία της πάλης του καλού με το κακό, της ειρήνης με τον πόλεμο.
Η κουρσεμένη Τροία με τα ερείπιά της, ο θρήνος της Εκάβης και της Ανδρομάχης, η κατακρήμνιση του Αστυάνακτα από τα τείχη, η πρώτη φρυκτωρία που έστελνε το μήνυμα της νίκης των Αχαιών στις Μυκήνες, ζωντάνευαν με ανατριχιαστική παραστατικότητα. Ο υποβλητικός φωτισμός με κεριά και η ελαχιστοποίηση του τεχνητού φωτός, τα παραδοσιακά αραβικά, ιταλικά και άλλα τραγούδια που απέδιδαν ζωντανά ατομικά ή ομαδικά οι ηθοποιοί, η αξιοποίηση θεατρικών τεχνικών του Γκροτόφσκι με έμφαση στη σωματικότητα της υποκριτικής και στοιχείων από τη θεατρική ανθρωπολογία με την ανάδειξη των δραματικών καταστάσεων και των τραγικών στιγμών, μέσα από την εικαστική αξιοποίηση του νερού, του χώματος, της φωτιάς και του αίματος, αποτελούσαν ολοκληρωμένη σκηνική μορφοποίηση των σημαινομένων εννοιών του έργου.
Η κρυφή και εσωτερική όμως δύναμη της παράστασης στηριζόταν στην ίδια την πρωτογενή παρουσία του χώρου, που αναδεικνυόταν σε πραγματική κυρίαρχη δρώσα δύναμη, ικανή να απεικονίσει (και κάποιες στιγμές, με τη συνέργεια της θεατρικής ψευδαίσθησης) να αναπαραστήσει την μοίρα των γυναικών, οι άντρες των οποίων νικήθηκαν στον πόλεμο και τα άψυχα σώματά τους κείτονταν στα ερείπια της Τροίας, της Ugarit, της Βαγδάτης, της Βηρυτού, όπου γης.
Μια παράσταση που στ’ αλήθεια συμβάλλει στο διάλογο των πολιτισμών και ανανεώνει την ερμηνεία του αρχαίου δράματος. Μια παράσταση που θα άξιζε να δει το ελληνικό κοινό.
Εγώ είδα την παράσταση στην Αθήνα, εξαίρετη, αλλά παιγμένη μέσα στο φυσικό της χώρο, σε μια “κουρσεμένη πόλη”, φαντάζομαι ότι θα ήταν πολύ πιο συναρπαστική
Ισώς μία άλλη πτυχή στήν οποία πρέπει να δώθη έμφαση είναι αυτή τής οικουμενικότητας τού αρχαίου και ανθρώπινου δραματός. Ειδικά όταν αύτη η παραστάση πραγματοποιθίκε σε μία πολύπαθη και ηλεκτρισμένη γεώ-πολιτική περιοχή από το παγκόσκιο γίγνεσθε. Στήν οπτική μου, υπαρχή μιά δηλώση σε αυτήν την παράσταση, και το γώνιμο θα ήταν να την προσλάβουμε σε όλη της την εκτασή.
Eκμεταλλευόμενη τις δυνατότητες που δίνει η διακειμενικότητα,η φαντασία μου πέρασε από τον τελευταίο βασιλιά της Ugarit, από την εποχή του χαλκού, και από τις Τρωάδες, και έφτασε, κάνοντας ένα μεγάλο ταξίδι (δια-γεωγραφικό, διαχρονικό και διακειμενικό) στον 20ο αιώνα,- από τον βασιλιά Amorabi και τον βασιλιά Πρίαμο και Αγαμέμνονα στον βασιλιά Μπερανζέ, τον βασιλιά του άχρονου και ά-χωρου βασιλείου. Με άλλα λόγια στο «Ο Βασιλιάς πεθαίνει» του Ιονέσκο.
Μόνο που ο καημένος ο Μπερανζέ, δεν πεθαίνει απλώς…εξαφανίζεται χωρίς να αφήσει κανένα ίχνος ύπαρξης, (ούτε καν ως φάντασμα). Εξαφανίζεται όπως εξαφανίστηκαν πριν απ’ αυτόν, οι βασίλισσες και οι σύμβουλοί του. Δεν απομένει τίποτα που να νοσταλγεί, να πενθεί και να θυμάται…. Εισβάλλει στον κόσμο, βασιλεύει, και αποχωρεί καταλήγοντας στο απόλυτο Τίποτα. Και εδώ δεν υπάρχει καν ο θεός Bel να απολαμβάνει (ή μήπως υπάρχει και δεν τον βλέπουμε εμείς;;;;) Δεν ξέρω! Πάντως ζηλεύω που δεν ήμουν να δω την παράσταση που περιγράφετε! (επίσης ανησυχώ λίγο για τη φαντασία μου, και τους συνειρμούς που κάνει!)
Αγαπητή Bebelac
Αν κάτι όμορφο έχει να μας δώσει το θέατρο (ως παράσταση) είναι η αποδέσμευση των σκέψεων και των συναισθημάτων από τη δέσμευση του χωρο/χρόνου. Η ψευδαίσθηση δίνει ώθηση στη φαντασία. Κάθε συνειρμός και συσχετισμός επομένως είναι εφικτός, στηριζόμενος στη γνώση και κρίση, που φαίνεται ότι σας περισσεύουν. Ομολογουμένως ήταν μια εμπειρία που δε ζεις συχνά.