Πώς διαμορφώνεται και επικαθορίζεται η «ταυτότητα» σε σχέση με την «ετερότητα», ο «εαυτός», απέναντι στον «άλλο» τον ξένο, στη συνείδηση ατόμων για τα οποία η έννοια «πατρίδα» έχει περισσότερο μια βιωματική, παρά γεωγραφική διάσταση, μετατρεπόμενη σε «εικόνα-ανάμνηση» της χαμένης παιδικότητάς τους; Πολύ περισσότερο, πώς πραγματικά προσδιορίζεται το εθνο-φυλετικά «εγώ», απέναντι σε εκφάνσεις που του είναι συχνά ανοικείες, αφού (όπως κάθε «άλλο») μπορεί κι «αυτό»να διαθέτει πολλαπλά πρόσωπα, σε τρόπο ώστε τελικά τα ζητούμενα όρια μεταξύ «ταυτότητας» και «ετερότητας» να καθίστανται εξαιρετικά επισφαλή;
Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που απασχολούν το σύγχρονο προβληματισμένο άτομο, που αναρωτιέται για τη θέση του μέσα στην πολυπολιτισμική, παγκοσμιοποιημένη κοινωνία, όπως αυτή που ζει στην καθημερινότητά του. Γιατί η Ελλάδα, έπαψε πια να ορίζεται ως η απάντηση:
«Μην είν’ οι κάμποι και τα ψηλά βουνά», στο κλασικό λογοτεχνικά διατυπωμένο ερώτημα: «Τι είναι η πατρίδα μας ; ».
Η «ελληνικότητα» αν και παραμένει αδιαμφισβήτητη ως αξία, έχει «εκ των πραγμάτων» εκχωρήσει μέρος της αποκλειστικότητάς της στη διαμόρφωση της «εθνικής» συνείδησης σε έννοιες που διευρύνουν τα όρια της και αντιμετωπίζουν με διαφορετικό από τον παραδοσιακό τρόπο την «ταυτότητα» σε αντιδιαστολή προς την «ετερότητα», προεκτείνοντας το «εθνικό» στο «διεθνές», το «τοπικό» στο «παγκόσμιο».
Οι κλασικές θεατρικές μορφές και η καθιερωμένη δραματουργία σε ελληνικό και παγκόσμιο επίπεδο, αδυνατούν να διαχειρισθούν παρόμοια θεματική, δίνοντας τη δυνατότητα να αναπτυχθούν καινοφανείς δημιουργίες και να εμφανισθούν νέοι υβριδικοί τρόποι έκφρασης, που κάνουν εμφανή την παρουσία τους τόσο σε επίπεδο δραματουργίας, στην κειμενική δηλαδή εγγραφή του λόγου του συγγραφέα, όσο και σκηνικής πράξης, στη ζωντανή δηλαδή απεικόνιση της παραστατικής δράσης, σύμφωνα με τις επιλογές του σκηνοθέτη.
Η διακειμενικότητα και η δραματοποίηση αποτελούν τις νέες τάσεις στη θεατρική γραφή, ενώ το μεταθέατρο και η performance αντιστοιχούν στη σκηνική πράξη, απόλυτα ενταγμένα στα πλαίσια και τις προσδοκίες της μεταμοντέρνας πολυπολιτισμικής κοινωνίας. Γιατί ο θεατής, ως τελικός κριτής του θεάματος, δεν είναι πια το άτομο μιας ομοιογενούς εθνοφυλετικά, μορφο-παιδευτικά και κοινωνικο-πολιτσμικά ομάδας. Η αμεσότητα και βιωματικότητα της επικοινωνίας σκηνής–πλατείας έχει ριζικά διαφοροποιηθεί. Σ’ ένα πολυεθνικό περιβάλλον και μια παγκοσμιοποιημένη κοινωνία, αδυνατεί πια να αντιστοιχήσει ένα και μοναδικό σκηνικό μήνυμα απ’ οπουδήποτε κι αν αυτό εκπορεύεται. Γι αυτό και η δραματουργία μοιραία αναπροσαρμόζεται, προσπαθώντας να συμπεριλάβει στοιχεία ετερογενή και διαπροσωπικά, όπως αντίστοιχα είναι οι διαφορετικές αναμονές και προσδοκίες του ανομοιογενούς κοινού στη θεατρική αίθουσα.
Αυτές τις προσδοκίες επιχειρώντας να ικανοποιήσουν, οι δραματικοί συγγραφείς, οδηγούνται σε διακειμενικές συνθέσεις, χρησιμοποιώντας συνήθως τον «μύθο» και τα κλασικά κείμενα ως «οχήματα σημασίας», ανατροφοδοτούμενα από τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις και εμπειρίες του σύγχρονου κοινού, ενώ οι σκηνοθέτες προχωρούν στην ανάπτυξη του σωματικού θεάτρου, της performance και του «έργου σε εξέλιξη», που συχνά συνδυάζει το διαπολιτισμικό με το πολυπολιτισμικό, ως επιμέρους στοιχεία-κώδικες της παράστασης.
Αυτός ήταν και ο τρόπος που δούλεψε η θεατρική ομάδα «Πλους» των φοιτητών του Π.Τ.Δ.Ε. Με βάση τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη, αλλά και άλλα αντιπροσωπευτικά αποσπάσματα από τη σύγχρονη νεοελληνική ποίηση, δημιουργήθηκαν κείμενα που εμβολίζουν το αρχικό σώμα του έργου και δημιουργούν το σκηνικό λόγο που προσλαμβάνεται ως μια ετερογενής ενότητα θραυσματικού (κάποτε και προβληματικού) λόγου, που προκλήθηκε με ερέθισμα τον «ξένο» και την «μοναξιά» μέσα στο σύγχρονο πολυεθνικό περιβάλλον του σύγχρονου κόσμου εκφράζοντας την προσωπικότητα ενός εκάστου μέλους της ομάδας που τον δημιούργησε. Ο κειμενικός αυτός λόγος μεταβολίσθηκε μέσα από τη διαδικασία της πρόβας και των αυτοσχεδιασμών και κατάληξε στο θέαμα που τελικά αποδίδεται ως σκηνική πράξη.
Η σύγχρονη δραματική γραφή που δημιουργείται κατ’ αυτό τον τρόπο ως διακειμενική σύνθεση, δεν προτείνει ένα καινοφανές λογοτεχνικό θέμα, ή ακόμα ένα νέο λογοτεχνικό μύθο, ούτε αναπαράγει ιστορίες και μοτίβα ήδη γνωστά από προγενέστερους δημιουργούς και εποχές. Αντίθετα, διακόπτει την άμεση επαφή του σύγχρονου κοινού (θεατή ή αναγνώστη) με το αρχετυπικό κείμενο, με «διορθωτική», «εκ των υστέρων» επέμβαση στο μύθο και μεταλλαγή είτε της μορφής, είτε και του περιεχομένου του. Με μια τέτοια διεργασία, προκύπτει ένα «νέο» έργο με τον οξύμωρο τίτλο «Μπαλάντες του Μπραμς», το οποίο συναπαρτίζεται από άλλα, που αποσπασματικά, θραυσματικά ή και υπαινικτικά εμπεριέχονται σ’ αυτό, χωρίς να αποκρύπτεται, ή να αποσιωπάται η παρουσία τους.
Ο θεατής, παρακολουθώντας την παράσταση του σύγχρονου έργου, ουσιαστικά επικοινωνεί (είτε το γνωρίζει, είτε όχι), με τον «κοινό τόπο» ή «το ενοποιητικό στοιχείο» που ο συγκεκριμένος μύθος ή το θέμα που διαπραγματεύεται το νεότερο έργο, έχει με ολόκληρη την προγενέστερη (κλασική ή μοντέρνα) παράδοση, σε τρόπο ώστε αναπτύσσεται μια μορφή διαδραστικής επικοινωνίας και «επανεγγραφής», του λόγου, που πραγματοποιείται με τη μεσολάβηση του νεότερου δημιουργού (ως ατομικής ή συλλογικής οντότητας).
Ο ρόλος εκείνου δεν έγκειται πια στην επινόηση του θέματος, την πρωτοτυπία και την ιδιαιτερότητα των σχέσεων και καταστάσεων, ούτε στη διαμόρφωση και ανάδειξη των χαρακτήρων τους. Αντίθετα περιορίζεται στην επανασυγκόληση (με δική του πρωτοβουλία και επιλογή) στοιχείων που θραυσματικά έχουν διασωθεί μέσα στην ιστορία των κειμένων, με έστω και αμφισβητήσιμη ομοιογένεια, ακόμα και προβληματική ειδολογική, ιδεολογική ή / και αισθητική συνοχή, που όμως συναπαρτίζουν ένα ετερογενές, αλλά όχι αμαλγαματικό, αυθύπαρκτο καλλιτεχνικό δημιούργημα.
Μέσα σ’ αυτό κάθε προγενέστερη αυτοτέλεια των επιμέρους συστατικών του χωρίς να αυτοαναιρείται, επικαθορίζεται από τη συμμετοχή και τη διασύνδεσή τους με το «όλο». Κάθε παγιωμένη σημασιοδότηση ανατροφοδοτείται και επανερμηνεύεται όχι πια «καθ’ εαυτή», σε συνάρτηση προς τον οικείο «κανόνα» του είδους στο οποίο ανήκει κάθε ένα από τα επιμέρους δομικά συστατικά-κείμενα της νέας σύνθεσης, ούτε σε συνάρτηση προς τις αρχές και αξίες που το «πρότυπό» του εκπροσωπεί, αλλά «προς έτερο», δηλαδή ως προς τον επανακαθορισμό και ανατροφοδότηση του αρχικού μηνύματος από το οποίο απορρέει, όπως αυτό έχει κωδικοποιηθεί από την προσλαμβάνουσα συνείδηση των θεατών.
Αυτό γίνεται δυνατό μετά το «θάνατο του συγγραφέα» και την «αποκαθήλωση» του μηνύματος, που πραγματοποιείται με την αυτονόμηση των «ηρώων» / «δρώντων προσώπων» του έργου, από τη δημιουργό συνείδηση που τους παρήγαγε, γεγονός (με τη σειρά του) που αποκαθιστά μια λανθάνουσα μέχρι τώρα σχέση ανάμεσα στα κειμενικά “dramatis personae” και το θεατή (αφού προηγουμένως αυτή υποχρεωτικά περνούσε από το συγγραφέα ως τον μοναδικό παραγωγό νοήματος και αποκλειστικό «διαθέτη» του μηνύματος του έργου του).
Κατά συνέπεια, η νέα «μεταμοντέρνα συνθήκη» (γιατί η διακειμενικότητα αναδείχνεται ως το κατεξοχήν προνομιούχο πεδίο έκφρασης του μεταμοντερνισμού στη λογοτεχνία και το θέατρο), επιτρέπει (ίσως ακόμα και επιβάλλει) αυτή την κατάργηση των σταθερών και αδιάρρηκτων σχέσεων μεταξύ «προτύπων» και «αναπαραγωγών», προσδίδοντας αυτοτέλεια και αυτοδυναμία στη νέα δημιουργία, η οποία κατ’ αυτό τον τρόπο νοηματοδοτείται και καταξιώνεται ανεξάρτητα από τις όποιες «πηγές» και «πρότυπα» της, σε αποκλειστική σχέση με το νέο περιβάλλον αναφοράς της.
Και επειδή στη σύγχρονη πολυπολιτισμική, παγκοσμιοποιημένη κοινωνία, οι συνθήκες είναι κατά πολύ διαφορετικές από ό,τι μέχρι σήμερα, ο «διάλογος» και η «διάδραση» επανασυνδέουν με νέους όρους το παρελθόν με το παρόν, το γηγενές με το ξενόφερτο, το παραδοσιακό με το μοντέρνο. Με τη σημασία αυτή, η «διακειμενικότητα» σε συνδυασμό με άλλες αρχές και έννοιες του σύγχρονου θεάτρου, όπως το «μεταθέατρο» και η «performance», η «δραματοποίηση» και η «διασκευή», αποτελούν το νέο «κανόνα» δραματικής έκφρασης και σκηνικής πράξης που εκτοπίζουν, ολοένα και περισσότερο, τις παλιότερες καθιερωμένες, «κλασικές» μορφές θεάτρου και προτείνουν μια νέα άποψη για τη δραματουργία του 21ου αιώνα.
Θόδωρος Γραμματάς