Το θέατρο «Στοά» με την καλλιτεχνική συνέπεια που χαρακτηρίζει την πορεία του, από την πρώτη στιγμή της ίδρυσής του μέχρι σήμερα, ενάντια στο ρεύμα των καιρών και τις τάσεις του «εύκολου» και δελεαστικού μοντερνισμού στο θέατρο, επέλεξε να παρουσιάσει το έργο «Στάχτες» του άγγλου συγγραφέα Κρίστοφερ Χάμπτον (2006).
Πρόκειται για τη δραματοποιημένη εκδοχή του μυθιστορήματος «Τα κεριά καίγονται μέχρι τέλος» (1942) του ούγγρου συγγραφέα Σάντορ Μάραϊ.
Ο σκηνικός χώρος στο οποίο διαδραματίζεται η υπόθεση είναι κάπου στην κεντρική Ευρώπη (Ουγγαρία) και ο χρόνος το 1940. Ο δραματικός χρόνος είναι πολύ πιο παρελθοντικός, αφού η συνάντηση των δύο βασικών προσώπων γίνεται όταν ήδη αυτά είναι στην ηλικία των 75 ετών, ενώ τα διαδραματισθέντα, που με ανάληψη του χρόνου και «flash back» στα γεγονότα κοινοποιούνται στους θεατές, συντελέσθηκαν πριν από σαράντα ένα χρόνια.
Αυτή η συνάντηση έχει προκληθεί από τον στρατιωτικό Χένρικ, τον ένα από τους δύο ήρωες, ο οποίος θέλει (πριν πεθάνει) να δώσει απαντήσεις σε κάποιες λογικές απορίες που παραμένουν αδιευκρίνιστες τόσα χρόνια, σχετικά με τα πραγματικά αισθήματα και τις σχέσεις που τον συνέδεαν με τον Κόνραντ, τον άλλο ήρωα του έργου και αυτόν με τη γυναίκα του πρώτου, την Κριστίν, νεκρή ήδη πριν από πολλά χρόνια.
Γιατί, η εξιδανικευμένη σχεδόν φιλία που τους συνέδεε στο παρελθόν, διαβρώνεται από ένα ένοχο μυστικό που υφέρπει και υπονομεύει την κατά τα άλλα άψογη εικόνα που διατηρούσαν γι αυτήν οι δύο πρωταγωνιστές στα νεανικά τους χρόνια, φιλία που όμως ενδέχεται να αμαυρώνεται από την υποψία (ίσως και τη βεβαιότητα ακόμα) μιας προδοσίας.
Γιατί ο Χένρικ είναι σχεδόν πεπεισμένος ότι ο Κόνραντ είχε ερωτικό δεσμό με τη γυναίκα του, όπως επίσης ότι κάποτε, κατά τη διάρκεια ενός κυνηγιού ελαφιού, είχε μπει στον πειρασμό να τον σκοτώσει, προφασιζόμενος ατύχημα. Ήθελε όμως να μάθει από τον ίδιο, να ακούσει με δική του ομολογία την επιβεβαίωση αυτής της υποψίας, όπως επίσης και της ακόμα χειρότερης, ότι η γυναίκα του ήταν συνένοχη και ηθική αυτουργός σε μια πράξη που ακόμα κι αν τελικά δε συντελέστηκε, όμως υπήρξε το ίδιο καθοριστική, όπως αν είχε πραγματοποιηθεί.
Το επίθετο «δειλός» που απέδωσε η Κριστίν στον Κόνραντ όταν αυτός εξαφανίστηκε αναίτια πριν από σαρανταένα χρόνια, χωρίς καμιά εξήγηση, η παρουσία της στο δωμάτιό του, όπου ο Χένρικ έσπευσε να πληροφορηθεί τους λόγους της αιφνίδιας αναχώρησης του φίλου του, ήταν αρκετοί για να κάνουν τις υποψίες βεβαιότητα και να κρατήσουν τους δύο συζύγους σε απόσταση για τα επόμενα οχτώ χρόνια, μέχρι το θάνατο της Κριστίν.
Τώρα, στο τέλος της ζωής του, ο γέρος αξιωματικός απαιτεί από το φίλο του να μάθει την αλήθεια. Εκείνος, ύστερα από περιπετειώδη ζωή «στους τροπικούς» έχει επιστρέψει στην Ευρώπη και ζει στο Λονδίνο. Ήρθε στο κάλεσμα του φίλου του και τον επισκέφθηκε για να δώσει εξηγήσεις, κάτι όμως που αποφεύγει σκόπιμα.
Αρνείται να απαντήσει στο ένα από τα δύο καίρια ερωτήματα που του υποβάλλει ο Χένρικ, αν δηλαδή η Κριστίν γνώριζε την πρόθεσή του να τον δολοφονήσει στο κυνήγι του ελαφιού, απαλλάσσοντάς την από την κατηγορία της συνενοχής και δικαιώνοντάς τη στη συνείδηση του συζύγου της, ενώ στο δεύτερο, αν δηλαδή και κατά πόσο άξιζε η ζωή τους με τον τρόπο που την έζησαν και κάτω από τις συνθήκες που αυτό έγινε, απαντά καταφατικά, δίνοντας και πάλι άλλοθι στον εαυτό του, αλλά και στο φίλο του.
Μια ανθρώπινη ιστορία κι ένα ερωτικό τρίγωνο που έχει καθιερωθεί στο θέατρο από το τέλος του 19ου αιώνα με τον Ίψεν ως πρωτομάστορα του είδους ξαναέρχεται στο προσκήνιο, με τρόπο πολύ πιο εσωτερικό, πιο ατμοσφαιρικό και συμπυκωμένο από τη λογοτεχνική γραφή του Σάντορ Μάραϊ και το θεατρικό λόγο του Κρίστοφερ Χάμπτον. Ένας κόσμος αριστοκρατικός, αξιοκρατικός, οριστικά όμως ξεπερασμένος, στον οποίο κυριαρχούν έννοιες όπως φιλία και τιμή, αξιοπρέπεια και λογική, ζωντανεύουν με τρόπο μαγευτικό στη σκηνή του θεάτρου «Στοά», που για τις ανάγκες του έργου είχε επεκταθεί και στην πλατεία, αποκτώντας το απαραίτητο λειτουργικό εύρος και μικραίνοντας αντίστοιχα την χωρητικότητα της αίθουσας σε θεατές.
Ο Θανάσης Παπαγεωργίου ως σκηνοθέτης κατόρθωσε να αναδείξει όλες τις φανερές αλλά κυρίως κρυφές πτυχές του έργου, τονίζοντας τις σιωπές και τους υπαινιγμούς, τις αποσιωπήσεις και τα κενά, που ο συγγραφέας σκόπιμα δημιουργούσε, προκειμένου να δώσει την απαιτούμενη «ανάσα» στη σκηνική ερμηνεία του έργου.
Ο ίδιος ως Χένρικ αλλά και ο Γιάννης Ροζάκης ως Κόνραντ και η Λήδα Πρωτοψάλτη ως Νίνη πέτυχαν με υποκριτική ωριμότητα και εκφραστική λεπτότητα να εικονοποιήσουν αισθαντικά τα δραματικά πρόσωπα, τονίζοντας τις αδιόρατες εκείνες πλευρές της προσωπικότητας και του χαρακτήρα που τα καθιστά από θεατρικές περσόνες σε ζωντανές υπάρξεις, επιτελώντας την ουσιαστική λειτουργία της παράστασης, την αισθητική συγκίνηση και την επικοινωνία του θεατή με το σκηνικό θέαμα.
Με τη σημασία αυτή οι «Στάχτες» μετατρέπονται σε αναγεννητική τέφρα που μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη των παραγωγικών εκείνων δυνάμεων του θεάτρου μας που εγγυώνται την πολυμορφία της ιδιαιτερότητας, αλλά και την ποιότητα της πρωτοτυπίας.
«Αναγέννηση (;) από τις "Στάχτες"»
26 Φεβ 2008 από tgramma