Θέατρο δεν είναι μόνο η παράσταση, αυτή η μοναδική στιγμή σύνθετης καλλιτεχνικής έκφρασης και δημιουργίας που συνενώνει το πραγματικό με το φαντασιακό, το «εδώ» και «τώρα» με το «αλλού» και «άλλοτε» στη συνείδηση και πολύ περισσότερο στη μνήμη του θεατή. Με επίκεντρο αυτό το ανεπανάληπτο γεγονός η έννοια «θέατρο» εξακτινώνεται, το περιεχόμενό της διευρύνεται και οι διαστάσεις του μεγεθύνονται, περιλαμβάνοντας χαρακτηρισμούς όπως «κοινωνικό φαινόμενο» και «επικοινωνιακό σύστημα», «κοσμικό γεγονός» και «πολιτισμική έκφραση».
Πάνω απ’ όλα όμως, το θέατρο είναι μορφοπαιδευτικό αγαθό και κατεξοχήν μέσο αγωγής και παιδείας του κοινού. Ως τέτοιο δημιουργήθηκε, αναπτύχθηκε και καθιερώθηκε στην αρχαία Ελλάδα, εκφράζοντας αντιπροσωπευτικά τον πολιτισμό της και δι αυτής απόκτησε μια διαχρονική και παγκόσμια καθιέρωση.
Στη σύγχρονη Ελλάδα, μέσα στα πλαίσια της στρεβλής ανάπτυξης και των αντιφάσεων που την χαρακτηρίζουν, το θέατρο παρουσιάζεται με μια αντίστοιχη μορφή: ως πληθωριστική έκρηξη μιας «δήθεν» ολοένα και περισσότερο διογκούμενης ανάγκης για κατανάλωση καλλιτεχνικών (θεατρικών) προϊόντων από το κοινό της Αθήνας, αλλά και κραυγαλέα στέρηση κάθε παρόμοιας δυνατότητας στην περιφέρεια, ως τηλεοπτικοποιημένη εμποροπανήγυρις ενός συχνά κακόγουστου θεάματος από τη μια αλλά και περιθωριακή, γνήσια αναζήτηση νέων μορφών και τρόπων έκφρασης από την άλλη.
Αν, κατ’ επέκταση, διαπιστώνεται μια προϊούσα άμβλυνση των αισθητικών κριτηρίων, τόσο σε επίπεδο παραγωγής, όσο και πρόσληψης του σκηνικού θεάματος, αν η αναζήτηση «εμβληματικών» μορφών και παραστάσεων αναφοράς για τη σύγχρονη θεατρική δημιουργία μας οδηγεί συχνά σε απαισιόδοξες, ή και αρνητικές σκέψεις για το παρόν και το μέλλον του θεάτρου στη χώρα μας, αυτό δεν οφείλεται τόσο, ούτε μόνο στην απουσία εμπνευσμένων σκηνοθετών, ή στην παρουσία ατάλαντων ηθοποιών. Είναι το έλλειμμα παιδείας που πλεονάζει και ευθύνεται για τη δημιουργία αυτής της κατάστασης, η άγνοια και η ημιμάθεια που αποτελούν πηγή κακοδαιμονίας σε όλα τα επίπεδα, τόσο της παραγωγής, όσο και της πρόσληψης του θεάτρου.
Γιατί, αν πολιτιστικά προϊόντα με παρωχημένη «ημερομηνία λήξεως» προσφέρονται στους θεατές ως πολύτιμη πνευματική τροφή, αν στο όνομα της «πρωτοπορίας» και του «μοντερνισμού», με την ανοχή που μας έχει δημιουργήσει (και επιβάλει) η «μεταμοντέρνα» συνθήκη στο θέατρο και την κοινωνία, αν στο όνομα της «νεοτερικότητας» προτείνεται ως «άποψη» αυτό που δεν αποτελεί παρά άγνοια, αφέλεια ή παραμόρφωση των σημαινομένων του όρου, γι αυτό δεν ευθύνεται παρά η απουσία γνώσης και παιδείας, η επιβολή των νόμων της αγοράς του θεάματος και η «ένοχη σιωπή» των ειδικών αλλά και των απλών θεατών, που μοιραία γίνεται συνενοχή.
Η ευθύνη είναι συλλογική και το χρέος είναι όλων όσοι ως θεατές ανεχόμαστε να μας υποτιμούν, ως άτομα να μας εμπαίζουν και ως κοινό να μας χειραγωγούν με τους μηχανισμούς εκμαυλισμού και αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης, που τόσο αφειδώς παρέχονται από το σύστημα στους εκάστοτε κρατούντες.
Από αυτό το κύμα αγανάκτησης, από αυτή την ανάγκη αντίδρασης, είναι που δημιουργείται η στήλη «ΘΕΑΤΡΟ ΚΑΙ ΠΑΙΔΕΙΑ», που φιλοξενείται στο περιοδικό «ΦΟΥΑΓΙΕ».
Στόχο της έχει να παρουσιάζει θέματα και παραμέτρους από τη σύγχρονη θεατρική πραγματικότητα που αξίζει (θετικά ή αρνητικά) να επισημανθούν, να αναλυθούν και να παρουσιαστούν, προκειμένου να γίνουν αντιληπτά από τους αναγνώστες / θεατές.
Θέματα που σχετίζονται με τη θεατρική παιδεία και τον πολιτισμό, την εκπαίδευση και την καλλιτεχνική έκφραση στο θέατρο, όχι ως κενές λέξεις, όπως εκείνες που τόσο βαρύγδουπα και ανενδοίαστα εκστομίζονται από τους κάθε φορά «αρμόδιους» κυβερνητικούς φορείς και παράγοντες, αλλά που ως ουσιαστικές κρίσεις και προβληματισμοί, προτάσεις και παρεμβάσεις απευθύνονται στο σκεπτόμενο θεατή και τον ενεργό πολίτη.
Να αποτελέσει ένα «forum» ελεύθερου, γόνιμου επιστημονικού και καλλιτεχνικού διαλόγου όλων όσοι ενδιαφέρονται για την πορεία του ελληνικού θεάτρου, από οποιαδήποτε θέση κι αν βρίσκονται και με οποιαδήποτε ειδικότητα κι αν έχουν, με μοναδικό στόχο την ανάπτυξη μιας ουσιαστικής θεατρικής παιδείας, που θα συμβάλει (με τη σειρά της) στην ανάπτυξη του πολιτιστικού επιπέδου της ελληνικής κοινωνίας στο σύνολό της.
Η στήλη αυτή δικαιολογημένα επικεντρώνει το ενδιαφέρον της (σε μεγάλο βαθμό) σε θέματα που αφορούν στα παιδιά και τους νέους, με την αντίστοιχη θεατρική δραστηριότητα και δημιουργία, αφού πάντα από τη νεολαία μια κοινωνία ελπίζει για το καλύτερο.
Η θεατρική παιδεία και η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, ο ρόλος του θεάτρου στο σχολείο και το θέατρο για ανηλίκους θεατές, θα συνιστούν αντικείμενα διαπραγμάτευσης με επιστήμονες, μελετητές, παιδαγωγούς και καλλιτέχνες του θεάτρου.
Παράλληλα η θεατρική εκπαίδευση των ηθοποιών και η κατάρτιση των μελλοντικών επαγγελματιών του θεάτρου, οι ειδικές θεατρικές σπουδές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και η δημιουργία μιας κατηγορίας «ειδικών» για την μελέτη, την κριτική και τη θεωρία του θεάτρου, τα εκπονούμενα ερευνητικά προγράμματα και οι νέοι προσανατολισμοί της θεατρικής έρευνας, οι τάσεις στη σκηνική πρακτική και τα σύγχρονα δεδομένα στις τέχνες του θεάματος, θα αποτελούν επίσης θέματα που θα απασχολούν τη συγκεκριμένη στήλη.
Με κριτικούς σχολιασμούς και παρεμβάσεις, με τεκμηριωμένες προτάσεις και αναλύσεις, θα δίνεται η δυνατότητα στους αναγνώστες / θεατές να αναπτύξουν την κριτική τους ικανότητα, να αποκτήσουν γνώσεις και πληροφορίες, να προβληματιστούν και τελικά να γίνουν ενεργοποιημένοι δέκτες και όχι παθητικοί καταναλωτές της θεατρικής δημιουργίας.
Πάνω απ’ όλα όμως, το θέατρο είναι μορφοπαιδευτικό αγαθό και κατεξοχήν μέσο αγωγής και παιδείας του κοινού. Ως τέτοιο δημιουργήθηκε, αναπτύχθηκε και καθιερώθηκε στην αρχαία Ελλάδα, εκφράζοντας αντιπροσωπευτικά τον πολιτισμό της και δι αυτής απόκτησε μια διαχρονική και παγκόσμια καθιέρωση.
Στη σύγχρονη Ελλάδα, μέσα στα πλαίσια της στρεβλής ανάπτυξης και των αντιφάσεων που την χαρακτηρίζουν, το θέατρο παρουσιάζεται με μια αντίστοιχη μορφή: ως πληθωριστική έκρηξη μιας «δήθεν» ολοένα και περισσότερο διογκούμενης ανάγκης για κατανάλωση καλλιτεχνικών (θεατρικών) προϊόντων από το κοινό της Αθήνας, αλλά και κραυγαλέα στέρηση κάθε παρόμοιας δυνατότητας στην περιφέρεια, ως τηλεοπτικοποιημένη εμποροπανήγυρις ενός συχνά κακόγουστου θεάματος από τη μια αλλά και περιθωριακή, γνήσια αναζήτηση νέων μορφών και τρόπων έκφρασης από την άλλη.
Αν, κατ’ επέκταση, διαπιστώνεται μια προϊούσα άμβλυνση των αισθητικών κριτηρίων, τόσο σε επίπεδο παραγωγής, όσο και πρόσληψης του σκηνικού θεάματος, αν η αναζήτηση «εμβληματικών» μορφών και παραστάσεων αναφοράς για τη σύγχρονη θεατρική δημιουργία μας οδηγεί συχνά σε απαισιόδοξες, ή και αρνητικές σκέψεις για το παρόν και το μέλλον του θεάτρου στη χώρα μας, αυτό δεν οφείλεται τόσο, ούτε μόνο στην απουσία εμπνευσμένων σκηνοθετών, ή στην παρουσία ατάλαντων ηθοποιών. Είναι το έλλειμμα παιδείας που πλεονάζει και ευθύνεται για τη δημιουργία αυτής της κατάστασης, η άγνοια και η ημιμάθεια που αποτελούν πηγή κακοδαιμονίας σε όλα τα επίπεδα, τόσο της παραγωγής, όσο και της πρόσληψης του θεάτρου.
Γιατί, αν πολιτιστικά προϊόντα με παρωχημένη «ημερομηνία λήξεως» προσφέρονται στους θεατές ως πολύτιμη πνευματική τροφή, αν στο όνομα της «πρωτοπορίας» και του «μοντερνισμού», με την ανοχή που μας έχει δημιουργήσει (και επιβάλει) η «μεταμοντέρνα» συνθήκη στο θέατρο και την κοινωνία, αν στο όνομα της «νεοτερικότητας» προτείνεται ως «άποψη» αυτό που δεν αποτελεί παρά άγνοια, αφέλεια ή παραμόρφωση των σημαινομένων του όρου, γι αυτό δεν ευθύνεται παρά η απουσία γνώσης και παιδείας, η επιβολή των νόμων της αγοράς του θεάματος και η «ένοχη σιωπή» των ειδικών αλλά και των απλών θεατών, που μοιραία γίνεται συνενοχή.
Η ευθύνη είναι συλλογική και το χρέος είναι όλων όσοι ως θεατές ανεχόμαστε να μας υποτιμούν, ως άτομα να μας εμπαίζουν και ως κοινό να μας χειραγωγούν με τους μηχανισμούς εκμαυλισμού και αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης, που τόσο αφειδώς παρέχονται από το σύστημα στους εκάστοτε κρατούντες.
Από αυτό το κύμα αγανάκτησης, από αυτή την ανάγκη αντίδρασης, είναι που δημιουργείται η στήλη «ΘΕΑΤΡΟ ΚΑΙ ΠΑΙΔΕΙΑ», που φιλοξενείται στο περιοδικό «ΦΟΥΑΓΙΕ».
Στόχο της έχει να παρουσιάζει θέματα και παραμέτρους από τη σύγχρονη θεατρική πραγματικότητα που αξίζει (θετικά ή αρνητικά) να επισημανθούν, να αναλυθούν και να παρουσιαστούν, προκειμένου να γίνουν αντιληπτά από τους αναγνώστες / θεατές.
Θέματα που σχετίζονται με τη θεατρική παιδεία και τον πολιτισμό, την εκπαίδευση και την καλλιτεχνική έκφραση στο θέατρο, όχι ως κενές λέξεις, όπως εκείνες που τόσο βαρύγδουπα και ανενδοίαστα εκστομίζονται από τους κάθε φορά «αρμόδιους» κυβερνητικούς φορείς και παράγοντες, αλλά που ως ουσιαστικές κρίσεις και προβληματισμοί, προτάσεις και παρεμβάσεις απευθύνονται στο σκεπτόμενο θεατή και τον ενεργό πολίτη.
Να αποτελέσει ένα «forum» ελεύθερου, γόνιμου επιστημονικού και καλλιτεχνικού διαλόγου όλων όσοι ενδιαφέρονται για την πορεία του ελληνικού θεάτρου, από οποιαδήποτε θέση κι αν βρίσκονται και με οποιαδήποτε ειδικότητα κι αν έχουν, με μοναδικό στόχο την ανάπτυξη μιας ουσιαστικής θεατρικής παιδείας, που θα συμβάλει (με τη σειρά της) στην ανάπτυξη του πολιτιστικού επιπέδου της ελληνικής κοινωνίας στο σύνολό της.
Η στήλη αυτή δικαιολογημένα επικεντρώνει το ενδιαφέρον της (σε μεγάλο βαθμό) σε θέματα που αφορούν στα παιδιά και τους νέους, με την αντίστοιχη θεατρική δραστηριότητα και δημιουργία, αφού πάντα από τη νεολαία μια κοινωνία ελπίζει για το καλύτερο.
Η θεατρική παιδεία και η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, ο ρόλος του θεάτρου στο σχολείο και το θέατρο για ανηλίκους θεατές, θα συνιστούν αντικείμενα διαπραγμάτευσης με επιστήμονες, μελετητές, παιδαγωγούς και καλλιτέχνες του θεάτρου.
Παράλληλα η θεατρική εκπαίδευση των ηθοποιών και η κατάρτιση των μελλοντικών επαγγελματιών του θεάτρου, οι ειδικές θεατρικές σπουδές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και η δημιουργία μιας κατηγορίας «ειδικών» για την μελέτη, την κριτική και τη θεωρία του θεάτρου, τα εκπονούμενα ερευνητικά προγράμματα και οι νέοι προσανατολισμοί της θεατρικής έρευνας, οι τάσεις στη σκηνική πρακτική και τα σύγχρονα δεδομένα στις τέχνες του θεάματος, θα αποτελούν επίσης θέματα που θα απασχολούν τη συγκεκριμένη στήλη.
Με κριτικούς σχολιασμούς και παρεμβάσεις, με τεκμηριωμένες προτάσεις και αναλύσεις, θα δίνεται η δυνατότητα στους αναγνώστες / θεατές να αναπτύξουν την κριτική τους ικανότητα, να αποκτήσουν γνώσεις και πληροφορίες, να προβληματιστούν και τελικά να γίνουν ενεργοποιημένοι δέκτες και όχι παθητικοί καταναλωτές της θεατρικής δημιουργίας.