Ο τουρισμός είναι πράγματι ο ένας από τους δύο πυλώνες της «βαριάς βιομηχανίας» που διαθέτει η χώρα μας, με δεύτερο αυτόν της νυχτερινής διασκέδασης.
Μέσα στα πλαίσια των συνθηκών που διαμορφώνονται στο σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, βαθμιαία οδηγούμαστε στη συγχώνευση των δύο (τουλάχιστον κατά τους καλοκαιρινούς μήνες), προκειμένου να πραγματοποιηθούν καλύτερα αποτελέσματα, δηλαδή μεγαλύτερα κέρδη.
Η νέα αυτή πραγματικότητα ελάχιστα θα ενοχλούσε, αν παρέμενε στο επίπεδο της γηγενούς και ξενόφερτης νεανικής νυχτερινής διασκέδασης σε «in» παραλιακά κλαμπ των νησιών και της πρωτεύουσας αλλά και σε χώρους παραδοσιακής εστίασης με απαραίτητη μουσική υπόκρουση το μπουζούκι σε ρυθμό «συρτάκι». Τα πράγματα αποκτούν όμως άλλες διαστάσεις κινούμενα από την κουλτούρα του επαρχιωτισμού μέχρι την παρωδία του σοβαροφανούς, που ξεπερνούν κάθε όριο και χαρακτήρα ομολογουμένως υπάρχουσας σοβαρότητας, όταν αναφερόμαστε στην αξιοποίηση και τη χρήση των αρχαιολογικών χώρων για ανάπτυξη ποικίλων πολιτιστικών εκδηλώσεων, εντασσομένων στα πλαίσια του θεσμού των καλοκαιρινών Φεστιβάλ που πραγματοποιούνται με μεγαλύτερη ή μικρότερη επιτυχία σε όλα τα μήκη και πλάτη της ελληνικής επικράτειας.
Σε τουλάχιστον 30 από καταγεγραμμένη 134 αρχαιοελληνικά θέατρα (σύμφωνα με μελέτη του 1995 των Κ. Μπολέτη και Μ. Πιτένη) και σε απροσδιόριστο αριθμό νεότερων ιστορικών μνημείων κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού προσφέρονται πλήθος από θεάματα που, ανεξαρτήτως της αξίας τους, στοχεύουν στην ικανοποίηση των πολιτιστικών αναγκών ενός ετερόκλητου και απροσδιόριστου πλήθους θεατών, που η μόνη κοινή συνισταμένη τους είναι αυτή του «τουρίστα». Λίγο η ανάμνηση από την αρχαία Ελλάδα και η μυρωδιά του θυμαριού και της φλισκούνης, λίγο ο έναστρος ουρανός και το αυγουστιάτικο φεγγάρι, έχουν δημιουργήσει το κίνημα του «φεστιβαλισμού» ως βασική καλοκαιρινή «ατραξιόν» της χώρας μας, μοχλό ενίσχυσης της τοπικής / περιφερειακής αλλά και της εθνικής οικονομίας.
Η μετάβαση λοιπόν του θεατή σε ένα τέτοιο χώρο και η παρακολούθηση κάποιου θερινού θεάματος που παρουσιάζεται σ’ αυτόν θεωρείται «conditio sine qua non» για τους νεοέλληνες «fan» της τραγωδίας και του αρχαίου δράματος, του χορού, της όπερας και της συμφωνικής μουσικής αλλά και (κυρίως) για τους ξένους τουρίστες που συμπεριλαμβάνουν στο πακέτο των καλοκαιρινών τους διακοπών στην Ελλάδα και την παρακολούθηση ενός τουλάχιστον (οποιουδήποτε) θεάματος σε αυθεντικό αρχαιοελληνικό χώρο.
Εκεί φιλόδοξοι, καινοτόμοι έλληνες και ξένοι σκηνοθέτες, καταξιωμένοι και ανερχόμενοι καλλιτέχνες του εγχώριου και διεθνούς στερεώματος, συνωστίζονται για μια θέση σε προνομοιούχο χώρο όπως κατεξοχήν η Επίδαυρος και το Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, προκειμένου να παρουσιάσουν στο αδηφάγο και ανυπόμονο κοινό που γεμίζει ασφυκτικά τις κερκίδες του , τις νέες πρωτοποριακές τους δημιουργίες που επιχειρούν να ανταποκριθούν στα χαοτικά πια διευρυμένα πλαίσια των προσδοκιών εκείνου.
Διάσημοι ροκ σταρ και υπερήλικοι ξένοι αστέρες που στη δύση της καριέρας τους, υπακούοντας στις απαιτήσεις της σύγχρονης βιομηχανίας του θεάματος ως «τάμα» έρχονται να καταθέσουν τη δική τους καλλιτεχνική μαρτυρία σε κάποιο αρχαιολογικό χώρο της Ελλάδας που τόσο πρόθυμα ο Ξένιος Ζευς δια του ΥΠΠΟ, των φορέων τοπικής αυτοδιοίκησης και των εταιριών προβολής και διακίνησης μουσικών και θεατρικών θεαμάτων τους παραχωρεί, στο όνομα δήθεν της τουριστικής προβολής της χώρας και της τόνωσης της εθνικής (ιδιαίτερα της δικής τους) οικονομίας. Και ενώ ο Δημ. Ροντήρης που ενεπνεύσθηκε και θέσπισε την απόδοση του αρχαίου δράματος στο φυσικό του χώρο με την παράσταση της Ηλέκτρας το 1936 στο Ηρώδειο και του ίδιου έργου το 1938 στην Επίδαυρο μίλησε για «ιερό ρίγος και δέος» που δοκιμάζει ο θεατής παρακολουθώντας εκεί ένα τέτοιο θέαμα, κάτω από τον έναστρο ουρανό, φαντάστηκε διαφορετικά την επικοινωνία του θεατή με το σκηνικό θέαμα, μέσα στο ειδυλλιακό περιβάλλον της ελληνικής φύσης που καθιστά το άτομο μέρος ενός ολόκληρου συμπαντικού συστήματος, η σημερινή πραγματικότητα έρχεται να αναιρέσει και να ευτελίσει όλα όσα υποτίθεται ότι διεκδικεί: τη σχέση του παρόντος με το παρελθόν, τη διεκδίκηση της συνέχειας και συνοχής της ελληνικής (και παγκόσμιας) πολιτιστικής παράδοσης, την ανάδειξη των «κλασικών» αξιών του αρχαίου δράματος και άλλα βαρύγδουπα που συνήθως ακούγονται σε συνεντεύξεις ελλήνων και ξένων δημιουργών του θεάτρου ως άλλοθι για την παντοιότροπη / συχνά ασεβή και ανερμάτιστη) απόδοσή του.
Στο παρόν κείμενο δε θα ασχοληθούμε με το είδος, το ύφος και τον τρόπο καλλιτεχνικής έκφρασης, όσο αμφιλεγόμενος, προβληματικός ή «αιρετικός» κι αν είναι αυτός. Γιατί, αποτελεί δικαίωμα του κάθε καλλιτέχνη να οραματίζεται και να προσεγγίζει όπως θεωρεί καλύτερο το αρχαίο δράμα (αλλά και την παγκόσμια δραματουργία γενικότερα), κρινόμενος μόνο «posteriori» από τους θεατές και τους ειδικούς. Δε θα σχολιάσουμε την ουσιαστική έλλειψη κλασικής παιδείας από εκείνους που διατείνονται ότι διαλέγονται με τα κλασικά κείμενα, ούτε θα προσπαθήσουμε να αιτιολογήσουμε κοινωνιολογικά, φιλοσοφικά, πολιτισμικά τους λόγους που οδηγούν σε τέτοιες ανατροπές, με τέτοιο τρόπο, χωρίς (συνήθως) άλλο λόγο, παρά μόνο τον εντυπωσιασμό, εκμεταλλευόμενοι την ανεκτικότητα (πρβλ. παθητικότητα) του κοινού που, ακριβώς επειδή είναι τέτοιο όπως προαναφέρθηκε, αδυνατεί να έχει διαφορετική αντιμετώπιση. Δε θα αναφερθούμε, τέλος, στις όποιες πραγματικές ή δυνητικές αρνητικές επιπτώσεις στον αντικειμενικό χώρο, από τη σκόπιμη ή μη υπέρβαση των ανειλημμένων υποχρεώσεων απέναντι στις καθαρά τεχνικές προδιαγραφές που οφείλουν να έχουν τα θεάματα που παρουσιάζονται στους ενλόγω χώρους.
Θα εστιάσουμε το ενδιαφέρον μας στους μηχανισμούς και τις διαδικασίες πρόσληψης του σκηνικού θεάματος, στον τρόπο και τις μεθόδους δηλαδή με τις οποίες το κοινό οδηγείται σε κάποιο αρχαιολογικό χώρο και συμπεριφέρεται προκειμένου να παρακολουθήσει κάποιο θέαμα που συχνά δεν είναι θεατρική παράσταση, αλλά διαφορετικό είδος: συναυλία σύγχρονης, παραδοσιακής ή κλασικής μουσικής, μουσικοχορευτικό θέαμα, μπαλέτο, όπερα κ.α. Γιατί δεν είναι πάντα προφανές πώς και γιατί μια ευρείας μαζικής αποδοχής συναυλία σύγχρονης ελληνικής ή ξένης μουσικής ταιριάζει με το πολιτισμικό πλαίσιο του συγκεκριμένου χώρου και κατά πόσο αυτός ο τελευταίος αναδεικνύεται από αυτή.
Η απάντηση περί «υποδοχής» της τέχνης και «ζωντανής» λειτουργίας του ιστορικού περιβάλλοντος, συνήθως είναι προσχηματική, αφού ούτε ειδολογικά, ούτε ιδεολογικά, ούτε αισθητικά το προσφερόμενο θέαμα δεν αντιστοιχεί στις απαιτήσεις ή προϋποθέσεις του αντικειμενικού χώρου. Το αντίθετο μάλιστα είναι προφανές.
Τότε γιατί αυτός χρησιμοποιείται; Απλά και μόνο γιατί «πουλάει» τουριστικά, γιατί γίνεται «κράχτης» για τις μάζες που θα πληρώσουν αδρά μια υψηλή τιμή εισιτηρίου προκειμένου να παρακολουθήσουν ένα συγκεκριμένο θέμα, το οποίο αν παρουσιαζόταν κάπου άλλου (σε ένα σύγχρονο θεατρικό χώρο) ίσως δε θα προσήλκυε τόσο το διεθνές κοινό.
Στα προηγούμενα πρέπει να προστεθεί και η γενικότερη γοητεία που ασκεί το «αρχαίο» και η «αρχαιότητα» σε μια «light» μορφή που επιφανειακά χρωματίζει με μια πατίνα κουλτούρας το άτομο που έρχεται σε επαφή μαζί της, χωρίς όμως να απαιτεί από αυτό και τα όσα συνεπάγεται μια ουσιαστική σχέση με το πολιτιστικό του παρελθόν και την πολιτιστική του κληρονομιά.
Εξ αυτού ακριβώς απορρέουν και οι αρνητικές συνέπειες, για τις οποίες θα γίνει λόγος στη συνέχεια. Γιατί μέχρις εδώ, μικρό το κακό. Όταν όμως τα στίφη των τουριστών –θεατών χωρίς γνώση και παιδεία, χωρίς σεβασμό και αναγνώριση της αξίας και της ιδιαιτερότητας, συνωστίζονται στις κερκίδες των αρχαίων ελληνικών αμφιθεάτρων, πληγώνουν τα μάρμαρα με τα μοδάτα παπούτσια τους, λεκιάζουν το πάλλευκο χρώμα τους με κάθε τρόπο, θρυμματίζουν τις ευαίσθητες απολήξεις των κερκίδων και των διαζωμάτων με την πίεση του όγκου και του βάρους τους, καταστρέφουν τις άψογες επιφάνειες με τις τσίχλες που αναιδώς επικολλούν ε, τότε ναι, αξίζει να αναρωτηθεί κανείς μήπως το όραμα του Ettore Romagnioli, του Αγγέλου Σικελιανού και του Δημήτρη Ροντήρη θα έπρεπε να παραμείνει στη διάσταση της ουτοπίας, μακριά από την ισοπεδωτική πραγματικότητα;
Επειδή όμως η Ιστορία βαδίζει και ο πολιτισμός εξελίσσεται θα πρέπει, αντί να θέτουμε αυτά τα υποθετικά, να θέσουμε πραγματικά ερωτήματα, απευθυνόμενοι στους αρμόδιους (sic) φορείς της πολιτείας και ερωτώντας τους απαιτητικά για τα μέτρα προστασίας, διαφύλαξης και σεβασμού των αρχαιολογικών χώρων, ιδιαίτερα των αρχαιοελληνικών θεάτρων. Γιατί, όταν έρθει η ώρα «πληρωμής του λογαριασμού», όταν τα τραύματα, οι απώλειες, οι ζημιές από τη λαίλαπα του καλοκαιριού έρθουν στο φως, μετά το ξέπλυμα των μαρμάρων από τις πρώτες φθινοπωρινές βροχές, όταν για πολλοστή φορά βγουν από το «χρονοντούλαπο της Ιστορίας» τα αιτήματα των ειδικών για αναστηλώσεις, συντηρήσεις, επιδιορθώσεις, ανακατασκευές, διαφύλαξη, προστασία των μνημείων που υποδέχθηκαν την πολιτιστική επιδρομή που προηγήθηκε, τότε και πάλι οι εκπρόσωποι της τοπικής αυτοδιοίκησης θα αναπέμψουν τις ευθύνες τους στην κεντρική διοίκηση και ο μινώταυρος της γραφειοκρατίας για μια ακόμα φορά θα κατασπαράξει τις βαρύγδουπες εξαγγελίες των επισήμων, καταδείχνοντας τα πραγματικά τους αισθήματα: αδιαφορία για τα μνημεία της πολιτιστικής κληρονομιάς, χλευασμός, ευτελισμός της Ιστορίας.
Για μια ακόμα φορά, ο απλός έλληνας πολίτης, έρχεται ατομικά να υποστηρίξει το όραμά του για την Ελλάδα και να δηλώσει έμπρακτα την αγάπη για την πατρίδα του. Να αγωνιστεί όπως και όσο μπορεί προκειμένου να περισωθεί αυτό που μόνο μας απόμεινε στον τόπο που ζούμε: ο πολιτισμός μας, η Ιστορία μας.
Γι αυτό αξίζουν συγχαρητήρια στο σωματείο «ΔΙΑΖΩΜΑ» και στον κ. Στ. Μπένο προσωπικά για την πρωτοβουλία που έχουν αναλάβει (αλλά και σε πολλούς άλλους που επωνύμως ή ανωνύμως φυλάσσουν τις ίδιες «Θερμοπύλες»), την οποία πρέπει όλοι να υποστηρίξουμε με κάθε τρόπο.