• Αρχική
  • Προφίλ
  • Μελέτες
  • Άρθρα
  • Συνέδρια
  • Έρευνες
  • Διδασκαλία

Θόδωρος Γραμματάς

Feeds:
Άρθρα
Σχόλια

Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου 2008. Επιστολή προς τον κύριο Υπουργό Πολιτισμού

17 Σεπ 2008 από tgramma

Κύριε Υπουργέ

Τα τελευταία χρόνια, ως θεατές από τις κερκίδες του θεάτρου της Επιδαύρου και του Ωδείου Ηρώδου του Αττικού, παρακολουθούμε με ανάμικτα αισθήματα έκπληξης και αμηχανίας τη σταθερά φθίνουσα πορεία που έχει πάρει ο θεσμός του Ελληνικού Φεστιβάλ και των εκδηλώσεων που παρουσιάζονται σ’ αυτό, ως προς τις παραστάσεις αρχαίου δράματος.

Κατά γενική σχεδόν ομολογία, το θέαμα που προσφέρεται στα κλασικά αμφιθέατρα της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας, «miserabile visu» για εκείνους που είχαν κάποτε την τύχη να παρακολουθήσουν από την ίδια θέση τις ίδιες παραστάσεις αρχαίας τραγωδίας και κωμωδίας, αλλά με διαφορετικούς συντελεστές, μόνο θλιβερές σκέψεις μπορεί να προκαλέσει για την μελλοντική πορεία του θεσμού, κάτι που δεν ισχύει για άλλου είδους θεάματα που παρουσιάζονται στους ίδιους, αλλά και διαφορετικούς χώρους (σύγχρονο θέατρο, χοροθέατρο, χορός κ.α.).

Φυσικά, θα μπορούσε κάποιος να απαντήσει, ότι η σύγκριση του παρόντος με το παρελθόν και η εξαγωγή κάθε άλλο παρά κολακευτικών συμπερασμάτων για τη σημερινή πραγματικότητα, δεν είναι πάντα ο καλύτερος τρόπος αντιμετώπισης του προβλήματος.

Βρισκόμαστε στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και της πολυπολιτισμικότητας και συμφωνούμε με τη διαπίστωση ότι ο «μεταμοντερνισμός» και ό,τι αυτός συνεπάγεται, αποτελεί μια πραγματικότητα που έχει οριστικά αντικαταστήσει την έννοια του «Κλασικού» με εκείνη των «κλασικών».

Αντιλαμβανόμαστε τη σκοπιμότητα τουριστικής προβολής της χώρας, που επιτελεί ο γενικότερος θεσμός των καλοκαιρινών Φεστιβάλ, εντασσομένων στο ευρύτερο πλαίσιο του πολιτιστικού τουρισμού και της «καλλιτεχνικής ατραξιόν», που όμως δεν ανταποκρίνεται πάντα, ούτε μόνο, σε πολιτιστικές αναγκαιότητες.

Η αφελής απάντηση την οποία κάποιος «αρμόδιος» θα μπορούσε να επικαλεσθεί προς απόκρουση των όποιων καταγγελιών για το αρνητικό αποτέλεσμα, αφορά στη δήθεν ελευθερία της καλλιτεχνικής έκφρασης, την προώθηση της δημιουργικότητας των νέων καλλιτεχνών και την (μετά βδελυγμίας) απόρριψη κάθε είδους «λογοκρισίας» και «ελέγχου», αναγομένων σε προγενέστερες «αλήστου μνήμης» εποχές. Όπως γίνεται αντιληπτό, κάθε τέτοια δικαιολογία δεν είναι παρά προσχηματική και ανεπαρκής.

Γιατί βέβαια κανένας δεν μπορεί, ούτε και θέλει, να υποστηρίξει το αντίθετο. Όλοι συμφωνούμε στην ανάγκη εξέλιξης και προόδου και αποδεχόμαστε τον μοντερνισμό και την πρωτοπορία ως τις κατεξοχήν όψεις της καλλιτεχνικής έκφρασης.

Ζητούμενο λοιπόν δεν είναι η αποδοχή ή απόρριψη του μοντερνισμού και του πειραματισμού σε οποιοδήποτε επίπεδο, αλλά η δυνατότητα ή μη πραγματοποίησής τους σε συγκεκριμένο είδος (αρχαίο δράμα) από συγκεκριμένους καλλιτέχνες (έλληνες και ξένους), οι οποίοι προτείνουν τη δική τους «άποψη» και «ερμηνεία» ερήμην κάθε προγενέστερης.

Φυσικά και πάλι δεν μπορεί να ζητηθούν από τους σκηνοθέτες τίτλοι σπουδών ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που να στοιχειοθετούν αντικειμενικά την αξία τους ή μη και τη δυνατότητά τους ή μη να υποστηρίξουν την οποιαδήποτε πρότασή τους με επιτυχία ενώπιον του κοινού της Επιδαύρου ή του Ηρωδείου.

Μήπως όμως είναι πια καιρός να απαιτηθεί μια κάποια «πιστοποίηση» για την επάρκεια ή μη όσων τουλάχιστον αιτούνται χρηματοδότηση από το ΥΠΠΟ και παραχώρηση κάποιου αρχαιολογικού χώρου προκειμένου να παρουσιάσουν τη συγκεκριμένη τους πρόταση για τη σκηνοθεσία αρχαίου δράματος, όπως ακριβώς συμβαίνει αντίστοιχα για κάθε άλλο επαγγελματία ή επιστήμονα; Προς τί, άλλωστε, το πλήθος  των ειδικών συνεδρίων, συμποσίων και σεμιναρίων αρχαίου δράματος που πραγματοποιούνται συχνά με τη συμμετοχή διακεκριμένων ελλήνων και ξένων επιστημόνων και ανθρώπων του θεάτρου; Προς τί η πλουσιότατη ελληνική και διεθνής βιβλιογραφία επί του θέματος και οι εμβληματικές παραστάσεις του είδους που παρουσιάζονται σε διακεκριμένα διεθνή Φεστιβάλ και απασχολούν τον τύπο και τους ειδικούς;

Έχουν το δικαίωμα οι οποιοιδήποτε έλληνες και ξένοι σκηνοθέτες να αγνοούν επιδεικτικά τη σχετική γνώση, και να απορρίπτουν ανενδοίαστα την προγενέστερη σκηνική εμπειρία, αυτοεγκλωβιζόμενοι στην καλλιτεχνική εντροπία τους και βαυκαλιζόμενοι με την εγωπαθή συμπεριφορά τους, που προϋποθέτει βέβαια την ανεκτικότητα των θεατών, τη συνενοχή των αρμοδίων και την ανοχή των ομοτέχνων;

Στο σημείο αυτό αναφύεται η ευθύνη κάθε είδους «συμβούλων» «αρμοδίων» και «ειδικών» που στελεχώνουν τους φορείς και πλαισιώνουν τα κυβερνητικά όργανα, αφού εκείνοι είναι που με την τεκμηριωμένη και αντικειμενική γνώμη τους θα διασφαλίσουν τους θεσμούς και θα εγγυηθούν το ελάχιστο της ποιότητας στα προσφερόμενα θεάματα.

Γιατί, δεν πρέπει να αγνοείται το γεγονός ότι, προκειμένου να εμφανιστεί το «μοντέρνο», έχει προϋπάρξει το «κλασικό», ενώ το ίδιο ισχύει και για το «μεταμοντέρνο», στο όνομα του οποίου ομνύουν όλοι όσοι καταγγέλλονται δια της παρούσης επιστολής.

Βέβαια, ο κάθε καλλιτέχνης είναι ελεύθερος να πραγματοποιήσει τα οράματά του, να πειραματισθεί και να προτείνει την προσωπική του άποψη για τη σκηνοθεσία αρχαίου δράματος «ιδίαις δαπάναις», όχι όμως και  με χρηματοδότηση από την επίσημη πολιτεία. Τελικός κριτής και αποδέκτης του σκηνικού προϊόντος είναι ο θεατής. Αυτός με την κρίση και τη στάση του θα αποφανθεί συνολικά για την καταξίωση ή απαξίωση της παράστασης και θα επιβραβεύσει ή θα αποδοκιμάσει το όποιο σκηνοθετικό εγχείρημα.

Δεν είναι όμως ούτε δικαιολογημένη, ούτε αυτονόητη η κάθε είδους αυθαιρεσία, η οποιαδήποτε απόπειρα εντυπωσιασμού και εκμαυλισμού του κοινού ερήμην των κειμένων και της προγενέστερης καταξιωμένης (ελληνικής και παγκόσμιας) σκηνικής πρακτικής, ούτε είναι θεμιτό να επιβραβεύεται από την πολιτεία και να χρηματοδοτείται αδρά από αυτή (δια της  φορολογίας που πληρώνουν οι έλληνες πολίτες), χωρίς καν προηγουμένως να μην υπάρχει δημοσιευμένη η σχετική γνωμοδότηση επιτροπής ειδικών, που να παρέχει τα εχέγγυα για τη θετική αποτίμηση της όλης πρότασης.

Θα μπορούσε ποτέ το Υπουργείο Ανάπτυξης ή Οικονομικών να επιχορηγήσει με μεγάλο χρηματικό ποσό μια επιχειρηματική ιδέα κάποιου που κατατίθεται προς έγκριση, χωρίς προηγουμένως την αξιολόγησή της από επιτροπή εμπειρογνωμόνων που θα γνωμοδοτήσει για τη δυνατότητα ή μη εφαρμογής της, θα προβεί σε έλεγχο «ποιότητας» και «υλοποίησης των υπεσχημένων» και σε αντίθετη περίπτωση θα απαιτήσει την επιστροφή των χρημάτων και την πλήρη διαγραφή του αιτούντος από τον κατάλογο των υποψηφίων προς μελλοντική χρηματοδότηση;

Δεν υπάρχουν αντίστοιχα κριτήρια, στο ΥΠΠΟ ή μήπως δεν εφαρμόζονται και γιατί; Επειδή δεν υπάρχει τρόπος ελέγχου, ή μήπως θέληση για την εφαρμογή τους; Θα μπορούσαν, κάποτε, ο ελληνικός λαός, οι θεατές των πολυδάπανων αλλά αποτυχημένων θεατρικών παραστάσεων, να μάθουν με ποια κριτήρια έγιναν οι επιλογές όσων συμμετείχαν στο Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, αλλά και εκείνων που απορρίφθηκαν;

Θα μπορούσε, κάποτε, ο όποιος υπεύθυνος, αρχής γενομένης από τον ίδιο τον κ. Υπουργό Πολιτισμού, τον Πρόεδρο του Ελληνικού Φεστιβάλ και τον Διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, να προβεί ευθαρσώς σε δημόσιο απολογισμό του θεσμού και αξιολόγηση του αποτελέσματος που παρουσίασε, με αντίστοιχο καταμερισμό και απόδοση των τυχόν ευθυνών γι’ αυτό;

Αλλά ας μην ξεχνούμε τη φράση ότι  «ζούμε στη χώρα όπου ανθεί φαιδρά πορτοκαλέα». Κατ’ επέκταση, κάτι τέτοιο ίσως και να είναι ουτοπικό για τα ελληνικά δεδομένα. Ως συνέπεια όμως προκύπτει η διαρκώς φθίνουσα πορεία του θεσμού του Ελληνικού Φεστιβάλ, τουλάχιστον ως προς τις παραστάσεις αρχαίου δράματος (είναι άραγε συμπτωματικό;), οι οποίες μετατρέπονται άλλοτε σε παρωδία και άλλοτε σε κακέκτυπο, που κάθε άλλο παρά συμβάλλουν στην αισθητική καλλιέργεια και την πολιτιστική ανάπτυξη των θεατών. Το αντίθετο μάλλον, συχνά διαστρεβλώνουν και υπονομεύουν το κύρος και το μεγαλείο του αρχαιοελληνικού θεάτρου και αποπροσανατολίζουν τη συνείδηση των ελλήνων θεατών από τις αρχές και αξίες του αρχαιοελληνικού πολιτισμού. Οι έντονες αποδοκιμασίες του κοινού, η ηχηρή απόρριψη των περισσοτέρων παραστάσεων αρχαίου δράματος από την κριτική, η μείωση του αριθμού των θεατών που τις παρακολούθησαν (τουλάχιστον στην Επίδαυρο), η γενική αρνητική εικόνα που δημιουργήθηκε ως «κοινή γνώμη» για το υποβαθμισμένο ποιοτικά αποτέλεσμα του φετινού Φεστιβάλ, είναι ενδεικτικά στοιχεία του τέλματος στο οποίο έχει περιέλθει ο θεσμός.

            Η κατάσταση έφτασε πια στο απροχώρητο και το κοινό, επιτέλους, αντέδρασε. Αναλαμβάνοντας τον πραγματικό ρόλο με τον οποίο είναι επιφορτισμένο, αυτόν του ενεργητικού συμμέτοχου στην παράσταση και συνδημιουργού του νοήματος στο καλλιτεχνικό προϊόν (προτεινόμενη σκηνοθετική «άποψη») και όχι του παθητικού αποδέκτη του σκηνικού θεάματος, στο οποίο ο αστικός κομφορμισμός και ο ημιμαθής καθωσπρεπισμός το είχαν καταδικάσει επί σειρά ετών, έδειξε την πραγματική του δύναμη και αποστόμωσε όσους με θρασύτητα υποβαθμίζουν τη νοημοσύνη και προσβάλλουν τα ανακλαστικά του.

Η Επίδαυρος για πρώτη ίσως φορά έζησε τόσο ζωντανές στιγμές θεατρικής επικοινωνίας, που, ενώ μέχρι τώρα περιοριζόταν στο συμβατικά επιβεβλημένο χειροκρότημα στο τέλος της παράστασης, εκδηλώθηκε με κραυγές αποδοκιμασίας και έντονης δυσφορίας των θεατών για το προβληματικό θέαμα που τους παρουσίαζαν. Υποκριτικά σχόλια και φωνές διαμαρτυρίας γι αυτή την «απαράδεκτη» συμπεριφορά ακούστηκαν στη συνέχεια, από πολλούς υποστηρικτές της δήθεν ελευθερίας έκφρασης και του πλουραλισμού της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Ας μην ξεχνούν όμως τόσο εκείνοι όσο και οι οποιοιδήποτε που θεωρούν τη μετάβασή τους σε κάποιο θεατρικό χώρο (ιδιαίτερα της Επιδαύρου) και την παρακολούθηση μιας παράστασης αρχαίου δράματος κοσμικό γεγονός, αντίστοιχο με ένα «week-end» στη Μύκονο, ότι το θέατρο είναι ο κατεξοχήν χώρος της αμφίδρομης επικοινωνίας και το αρχαίο δράμα και ειδικά η Επίδαυρος αποτελούν τη λυδία λίθο της καταξίωσης ή απαξίωσης ενός οποιουδήποτε σκηνοθέτη και καλλιτέχνη του θεάτρου, όπως αντίστοιχα συμβαίνει στη «Σκάλα» του Μιλάνου για την Όπερα (και γνωρίζουμε επακριβώς πώς αντιδρά το κοινό εκεί).

Κατά συνέπεια, η Επίδαυρος θα πρέπει να πάψει πια να θεωρείται υποκριτικά «ιερός χώρος» που προξενεί «δέος» στους σκηνοθέτες που πρόκειται να παρουσιάσουν τη δουλειά τους (κατά τις συνήθεις δηλώσεις σε συνεντεύξεις που δίνουν σε έγκυρες εφημερίδες πριν την παράσταση), ενώ μετατρέπεται κατά τη διάρκεια της παράστασης σε χώρο κοσμικής συνάθροισης και κανιβαλισμού με παράδοση «των αγίων τοις κυσί».

Το αρχαίο θέατρο του Πολυκλείτου, πρέπει να παραμείνει στο ύψος που το είχαν τοποθετήσει οι αρχαίοι μας πρόγονοι και οι σύγχρονοι συνεχιστές της παράδοσης (Δ. Ροντήρης, Κ. Κουν, Αλ. Μινωτής). Να γίνει ένας πραγματικός χώρος ουσιαστικής επικοινωνίας και διαλόγου του παρόντος με το παρελθόν, πεδίο διαπολιτισμικής και πολυπολιτισμικής έκφρασης που σέβεται και αναγνωρίζει τις αξίες που διαχρονικά στήριξαν τον ανθρώπινο πολιτισμό στο σύνολό του. Εξ αυτού απορρέει και η όποια ευθύνη των κρατικών φορέων και εδώ έγκειται ο καθοριστικός ρόλος που μπορεί να παίξουν συγκεκριμένα πρόσωπα που εκφράζουν τη βούληση της πολιτείας, αλλά αντιπροσωπεύουν και την κοινή γνώμη των θεατών: να θεσπίσουν και να εφαρμόσουν κριτήρια επιλογής όσων θα παρουσιασθούν στην Επίδαυρο και γενικά στο Φεστιβάλ, φιλοδοξώντας να αναμετρηθούν με τη βαριά κληρονομιά που ως έλληνες διαθέτουμε στη σκηνοθεσία αρχαίου δράματος. Να θέσουν απαράβατους όρους και προϋποθέσεις, να δημιουργήσουν προδιαγραφές που χωρίς να στραγγαλίζουν την καλλιτεχνική ελευθερία, χωρίς να λογοκρίνουν την οποιαδήποτε τάση, ούτε να δεσμεύουν τον τρόπο ερμηνείας του αρχαίου δράματος, να εγγυώνται ένα ελάχιστο βαθμό σοβαρότητας, ποιότητας και περιεχομένου στην υπό έγκριση κατατεθειμένη πρόταση.

Θα πρέπει μήπως να οδηγηθούμε στο ναδίρ της πολιτιστικής παραγωγής για να αναμείνουμε στη συνέχεια (ως εκ θαύματος) μια νέα αναγέννηση;

Θα πρέπει να ενεργοποιηθούμε ως θεατές και να δημιουργήσουμε «ομάδες κρούσης» που θα αποδοκιμάζουν σθεναρά τις όποιες αστήρικτες και ανερμάτιστες σκηνοθετικές απόπειρες νέων ατάλαντων δημιουργών, που στο όνομα της ανεκτικότητας, του πλουραλισμού και της προστασίας των προσωπικών δεδομένων θα καταδυναστεύουν (και μέχρι πότε;) τους θεατές, ως παθητικούς δέκτες των προσωπικών τους επιλογών;

Θα πρέπει, μήπως, να αναπολήσουμε θεσμούς, πρόσωπα και καταστάσεις που ανήκουν ανεπίστρεπτα στο παρελθόν, ως «δυνάμει» λύσεις στο παρόν αδιέξοδο;

Τίποτα από όλα αυτά, αρκεί να υπάρξει μια πραγματική αξιοκρατία και ένα ουσιαστικό ενδιαφέρον της πολιτείας για τον πολιτισμό, μια έμπρακτη απόδειξη της προτεραιότητας που δίνεται σε αξίες που παραμένουν συνήθως μόνο σε επίπεδο βαρύγδουπων εξαγγελιών και τηλεοπτικών δηλώσεων.

Δεν υποβαθμίζουμε, σε καμιά περίπτωση, το θετικό ρόλο πολλών από τους υπευθύνους του θεσμού, ούτε αγνοούμε τη συμβολή και την προσπάθειά τους για το καλύτερο. Δεν ισοπεδώνουμε όλα τα θεάματα και όλους τους καλλιτέχνες που παρουσιάστηκαν στο φετινό αλλά και σε προγενέστερα Φεστιβάλ και πρότειναν εξαιρετικά δείγματα καλλιτεχνικής δημιουργίας, που εμπλούτισαν τη σκηνική τέχνη και μύησαν το κοινό στον κόσμο της σύγχρονης σκηνοθεσίας. Όμως η ημιμάθεια και το «κιτς», η τηλεοπτικοποίηση και η εμπορευματοποίηση, αποτελούν πια κοινούς τόπους για μεγάλο μέρος παραστάσεων αρχαίου δράματος, που προδιαγράφουν δυσοίωνες προοπτικές για το μέλλον.

Αυτή η αποπροσανατολισμένη πορεία καταγγέλλεται δια της παρούσης επιστολής και σ’ αυτή τη διαστρεβλωμένη «άποψη» σκηνοθεσίας αρχαίου δράματος είναι που η Πολιτεία καλείται να δείξει μηδενική ανοχή, αν θέλει να μη θεωρείται συνένοχη στο πολιτιστικό «έγκλημα» που διαπράττεται στο όνομα όποιων σκοπιμοτήτων.

Ας μην είμαστε όμως εντελώς απαισιόδοξοι. Υπάρχουν δυνατότητες και προοπτικές. Υπάρχει έμψυχο δυναμικό, θέληση και επιθυμία για αλλαγή. Αυτό που απομένει είναι η ενεργοποίηση όλων, η συστράτευση και η συνεργασία, ο διάλογος και η αντικειμενική κριτική, η αξιολόγηση και η επιβράβευση.

Εδώ έγκειται ο καθοριστικός ρόλος της Πολιτείας και των αρμόδιων φορέων της, των εκπροσώπων και των θεσμών της, των Μ.Μ.Ε. που εκφράζουν την κοινή γνώμη και έχουν τη δύναμη να ασκήσουν έλεγχο, των ειδικών επιστημόνων που διαθέτουν γνώση και εμπειρία και πάνω από όλα της μεγάλης σιωπηρής πλειοψηφίας, των θεατών, που πρέπει να συνειδητοποιήσουν και να χρησιμοποιήσουν σωστά τη δύναμή τους.

Αυτή η επιστολή, ας είναι μια κραυγή αγωνίας, ταυτόχρονα και ελπίδας, για το μέλλον του θεάτρου μας.

 

 

  • Share this:
  • StumbleUpon
  • Digg
  • Reddit

Αναρτήθηκε στις Επικαιρότητα | Με ετικέτα Αλέξης Μινωτής, Δημήτρης Ροντήρης, Επίδαυρος, Ελληνικό Φεστιβάλ, Κάρολος Κουν, Κλασικό, Μεταμοντέρνο, Μινωτής, Παγκοσμιοποίηση, Πολυπολιτισμικότητα, Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, μοντέρνο | Γράψτε ένα σχόλιο

  • Κατηγορίες

  • Αρχείο

  •  

    Σεπτεμβρίου 2008
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
    « Ιουλ   Οκτ »
    1234567
    891011121314
    15161718192021
    22232425262728
    2930  
  • Δημοφιλή άρθρα

    • Μελέτες
    • Διδασκαλία : Μεταπτυχιακά
    • Άρθρα : Ελληνικά
    • Άρθρα
    • Η επιβίωση της παρ(ατραγ)ωδίας. Από την αρχαία στη νέα ελληνική δραματουργία
    • Μελέτες : Αυτοτελείς
    • ΤΟ ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΟ ΘΕΑΤΡΟ. ΜΙΑ ΣΥΝΤΟΜΗ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ (Από το βιβλίο του Γιώργου Π. Πεφάνη: Η άμμος του κειμένου. Αισθητικά και δραματολογικά θέματα στο ελληνικό θέατρο, Παπαζήσης, Αθήνα 2008, σσ. 19-73).
    • Άρθρα : Ξενόγλωσσα : Ancient Greek Drama On Modern Greek Stage.Theatrical Tradition And Cultural Memory
    • Η ΣΧΟΛΙΚΗ ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΥΛΙΚΟ-ΤΕΧΝΙΚΗ ΥΠΟΔΟΜΗ
    • Μελέτες : Συνεργασίες
  • Blogroll

    • FABULA
    • FIRT
    • FORUM ΝΕΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΩΝ
    • Άντα Κατσίκη Γκίβαλου
    • Εργαστήριο Τέχνης και Λόγου
    • ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ
    • ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΑΘΗΝΩΝ
    • ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΔΙΚΤΥΟ ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
  • Ετικέτες

    " Όρνιθες" Astragali Mythodea Performance Space Music The Wooster Group Vangelis Παπαθανασίου Άμεση τεχνική Άμεσο κουτί Άμλετ Αισχύλος Δημήτρης Ροντήρης Εθνικό Θέατρο Ελένη Μαυρίδου Ελένη Φραγκούλη Επίδαυρος Επίδραση Επικοινωνιακό σύστημα Θέατρο Τέχνης Θέατρο για παιδιά Θέατρο και Παιδεία Ιωάννα Μενδρινού Καίτη Διαμαντάκου -Αγάθου Κλασικό Κουν Κάρολος Κυριακή Πετράκου Μετα-ιστορία Μεταμοντέρνο Μεταμοντερνισμός Μοντερνισμός Μπράμς Νόμος μοιραίων εξόδων Ορφικοί Υμνοι Παγκοσμιοποίηση Πλάτων Πολιτισμική έκφραση Πολυπολιτισμικότητα Πυθαγόρας Σαίξπηρ Σολομός Αλέξη Τραγικό Τραγωδία Φεστιβάλ Φουαγέ Χωροταξική ένταξη
  • Επικοινωνία / Contact


    Ιπποκρατους 20
    10680 Αθηνα
    Τηλ: 210 36 88470 / 74
    Fax: 210 3688543
    tgramma@primedu.uoa.gr

    Hippokratous 20
    10680 Athens
    Tel: +30 210 36 88470 / 74
    Fax: +30 210 3688543
    tgramma@primedu.uoa.gr
  • • Η πρώτη φωτογραφία είναι από το σκηνικό του Αντη Παρτζίλη για το έργο του W. A. Schultz Achill unter der Mädchen που παρουσιάστηκε στο Kassel Staatstheater σε παγκόσμια πρεμιέρα το 1997
    • H δεύτερη φωτογραφία είναι η περιστρεφόμενη σκηνή του θεάτρου Poliéri-Wogenski της Grenoble (1968). Περιλαμβάνεται στο: Michel Corvin, Dictionnaire Encyclopédique du Théâtre, Paris, Bordas, 1991.
    • Η τρίτη φωτογραφία είναι από το σκηνικό των Αντη Παρτζίλη – Μαρίας Χατζηκλεάνθους για το έργο του Χρίστου Πήττα Αντιγόνη που παρουσιάστηκε στο Goerlitz Theater από το Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου το 2001
  • developed by:


Blog στο WordPress.com.

Theme: Mistylook by Sadish.