Μια εικονοποιημένη περιδιάβαση στην Ιστορία της Τρέλας και της Ασχήμιας, ως την αόρατη και συγκαλυμμένη πλευρά της κυρίαρχης άποψης για την Ιστορία του Πολιτισμού, με έμμεσο θεωρητικό υπόβαθρο τους Μ. Φουκώ και Ου. Έκο και δι αυτών στον υπομνηματισμό μιας λιγότερο προβεβλημένης, αλλά ουδόλως υποδεέστερης δραματουργίας (αυτής του Thomas Middleton), προτείνει στους θεατές ο Κοραής Δαμάτης από τη σκηνή του θεάτρου «Αγγέλων Βήμα».
Στηριζόμενο σ’ ένα κοινό για τα δεδομένα της εποχής που γράφτηκε δραματουργικό καμβά, το έργο «Οι Αλλοπαρμένοι» των Thomas Middleton και William Rowley (η συμβολή του οποίου ως ηθοποιού και μάλιστα στο κωμικό θέατρο και γνώριζε από μέσα τους κώδικες και τις τεχνικές του είδους, μπορεί να αναφερθεί ως καθοριστικός παράγοντας για τη σκηνική ανάπτυξη του έργου), ξεκινά από το στέρεο οικοδόμημα του λαϊκού θεάτρου: τη χοντροκομμένη φάρσα με το απροκάλυπτο μέχρι χυδαίο σεξουαλικό υπονοούμενο, το έντονα παρωδιακό και ανατρεπτικό στοιχείο κάθε κοινωνικού καθωσπρεπισμού και την εκ βάθρων υπονόμευση των αξιών του, όπως μοναδικά ανέλυσε ο Μ. Bahktine στην εμβληματική του μελέτη για το «burlesque» και τη σάτιρα στο Μεσαίωνα. 
Σ’ αυτό εμφανίζονται δύο παράλληλοι κόσμοι: αυτός των ταπεινών και περιθωριοποιημένων, των τρελών και των δύσμορφων, που η μοίρα τους προδιέγραψε μια πορεία στη ζωή ευτελή και αναξιοπρεπή.
Ταυτόχρονα όμως προβάλλει και ένας άλλος, με τη ζωή των προνομοιούχων, των ευνοημένων ατόμων που η ίδια απρόσωπη δύναμη τους κατέταξε στην κατηγορία της άρχουσας τάξης και της αριστοκρατίας.
Ο δικός τους κόσμος, διαμετρικά αντίθετος από εκείνο των προηγούμενων, κινείται σε διαφορετικό επίπεδο. Όμως, σπερματικά εμπεριέχει τα στοιχεία εκείνα που, τηρουμένων των αναλογιών, όχι μόνο ταυτίζονται με ό,τι το ποταπό και άθλιο, το φρικιαστικό και κυριολεκτικά ή μεταφορικά αποκρουστικό έχει ο κόσμος της τρέλας και του ιδρυματισμού, αλλά κάποτε ακόμα και το ξεπερνά. Κατ’ αυτό τον τρόπο η παράλληλη συμπόρευση των δύο κόσμων, τα ασύμπτωτα δομικά τους χαρακτηριστικά, έρχονται να συμπλεύσουν και κάποτε να διαπλεκούν, να αντιμετατεθούν και να υποκαταστήσουν το ένα το άλλο, φανερώνοντας ότι είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, εκδοχές του ίδιου νοήματος: της μοίρας του ανθρώπου, της φύσης του, που παραμένει αναλλοίωτη παρά τις όποιες συμπτωματικές κοινωνικές διατάσεις με τις οποίες κάθε φορά εμφανίζεται. Το «πρόσωπο» γίνεται «προσωπείο» και αντίστροφα, η «αλήθεια» του ενός, ανταποκρίνεται στο «ψέμα» του άλλου, μέσα σε μια διαρκή εναλλαγή ρόλων και καταστάσεων, χρονούμενης εμπειρίας και διαχρονικού μηνύματος. Η Ιωάννα και ο Αλίμπιους, ο Αλόνζο και ο Ντε Φλόρες, αντιστοιχούν στους Ισαβέλα και Βερμαντέρο, Αντόνιο και Λόλιο, ως προσωπεία μιας και της ίδιας πραγματικότητας.
Αυτή η εναλλαγή του τραγικού με το γκροτέσκο, του δραματικού με το κυνικό, που αποτελούν διακριτά στοιχεία του κειμένου, έδωσε την ευκαιρία στο σκηνοθέτη να αναπτύξει με μαεστρία την πρότασή του για τη σκηνική ερμηνεία των ρόλων και των καταστάσεων. Αξιοποιώντας τη μάσκα που με εντελώς αρχαϊκό και αφαιρετικό στιλ κάλυπτε τα πρόσωπα των ηθοποιών, σε συνδυασμό με τα επιμελημένως ατημέλητα κοστούμια, που σε άλλες σκηνές έδιναν τη θέση τους σε περίτεχνη εντυπωσιακή ενδυματολογία εποχής, ο Κοραής Δαμάτης ως σκηνοθέτης, και ενδυματολόγος (σε συνεργασία πάντα με τις Δήμητρα Καίσαρη και Κατερίνα Θεοφανοπούλου στις μάσκες), κατόρθωσε να συνταιριάσει αρμονικά το τραγικό με το γκροτέσκο. Η υποκριτική και εικαστική καρικατούρα υποκαθιστούσε πλήρως το τραγικό, όπου έπρεπε, ενώ αλλού το τραγικό προσωπείο σηματοδοτούσε τη διαχρονικότητα της τραγωδίας των δρώντων προσώπων επί σκηνής.
Οι ηθοποιοί, θαυμάσια δουλεμένοι και υποκριτικά εγκρατείς, τόσο στους κινησιολογικά απαιτητικούς κωμικούς όσο και στους έντονα δραματικούς ρόλους που διαδοχικά εναλλασσόταν σε διπλή και τριπλή διανομή, έδωσαν το μέγιστο των δυνατοτήτων τους και έγιναν συντελεστές μιας ουσιαστικής επικοινωνίας ανάμεσα στη σκηνή και την πλατεία. Ο εικαστικός κώδικας αποτελούσε μια σημειωτικά εύλογη δρώσα δύναμη που άλλοτε υπομνημάτιζε επεξηγηματικά τη δράση και άλλοτε μονοπωλούσε το ενδιαφέρον του θεατή, συνοδευόμενος διακριτικά από ήχους και μουσική στο ύφος και ήθος των δραματικών καταστάσεων της συγκεκριμένης στιγμής.
Σε μια εποχή όπου πια η κάθε λογής νεοτερικότητα και η μεταμοντερνιστική εκζήτηση, όχι μόνο έχουν φτάσει στα άκρα, αλλά έχουν ήδη οδηγήσει σε αδιέξοδο τη σύγχρονη θεατρική τέχνη, η παράσταση των «Αλλοπαρμένων» στο «Αγγέλων Βήμα» ξαναφέρνει το θέατρο στις πραγματικές του διαστάσεις, μυεί το σύγχρονο κοινό στην τέχνη της θεατρικής ψευδαίσθησης και ξαναθυμίζει στους πιο ενημερωμένους αυτό που αναπολούν κάθε φορά που βγαίνουν απογοητευμένοι από μια «δήθεν» παράσταση, από τις πολλές που κατακλύζουν τις αθηναϊκές σκηνές.
Αυτός είναι ένας δρόμος που, όποιος και να’ ναι, πάει το θέατρο μακριά.
Ετικέτες
«Αλλοπαρμένοι», «Αγγέλων Βήμα», Μ. Bahktine, T. Middleton, W. Rowley., Κ. Δαμάτης, Κ. Θεοφανοπούλου, Δ. Καίσαρη