Μελίρρυτες εκφέρονται από τη σκηνή του Βήματος των Αγγέλων κάθε Δευτέρα και Τρίτη, ψίθυροι αποκαλυπτικοί μιας εσωτερικότητας που τόσο έχει ανάγκη ο σύγχρονος θεατής τέρπουν επαΐοντες και μη, παρευρισκόμενους «τύχη καλή» στην ομότιτλη παράσταση του Άλαν Μπένετ.
Η σκηνοθετική αρτιότητα και ευαισθησία του Κοραή Δαμάτη, για μια ακόμα φορά καταδεικνύει το νόημα και το ρόλο του θεάτρου: τη δημιουργία μιας ουσιαστικής, αμφίδρομης επικοινωνίας σκηνής-πλατείας και την αισθητική απόλαυση των θεατών, μέσα από την ανάπτυξη ενός διαδραστικού συστήματος εναλλασσομένων συγκινησιακών καταστάσεων και διανοητικών διεργασιών, που στηρίζονται και επενεργούν με βάση την αμοιβαία σύμβαση της θεατρικής ψευδαίσθησης.
Για να γίνει αυτό, δεν απαιτείται ούτε ο σκηνικός φόρτος και η κραυγαλέα εικαστική εκζήτηση, ούτε η καταφυγή στις απεριόριστες δυνατότητες της σύγχρονης τεχνολογίας, ούτε καν η «μεταμοντέρνα» αποδομιστική υποκριτική των ηθοποιών.
Αρκεί η παρουσία ενός μεστού και χειραγωγημένου επαγγελματία της τέχνης του Διονύσου, που ισόρροπα και αρμονικά αξιοποιεί και αναδεικνύει υπαινικτικά τις κεκτημένες υποκριτικές του δυνατότητες, με πλήρη και σταθερό έλεγχο των εκφραστικών του κωδίκων.
Αυτός, με το σώμα και τη φωνή του, με την εν γένει σκηνική παρουσία του και μόνο, υποστασιοποιεί το ρόλο και καταξιώνει το θέατρο.
Οι τέσσερις ηθοποιοί που ανέλαβαν να υποστηρίξουν τα αντίστοιχα μονόπρακτα του Άλαν Μπένετ, οι Δημ. Καραμπέτσης, Σμ. Σμυρναίου, Χ. Κεφαλά και Ολ. Τουρνάκη με υψηλή τεχνική κατάρτιση και μεγάλη εκφραστική δυνατότητα, κατόρθωσαν να ζωντανέψουν παραστατικά τις δραματικές καταστάσεις των ηρώων που υποδυόταν.
Ο ελλιπτικός, ενίοτε φοβικός και υπαρξιακά εγκλωβισμένος κόσμος του Μπένετ, με τις αναζητήσεις, τις ματαιώσεις και τις διαψεύσεις των ηρώων του, εκφραστικά συγκροτημένοι από ένα λόγο κινούμενο ανάμεσα σ’ αυτόν του Πίντερ και του Άλμπι, απαιτούσε λεπτούς χειρισμούς και αμυδρές μεταβολές στα μορφοποιητικά μέσα των ηθοποιών, ώστε να αποφευχθεί τόσο η διολίσθηση της υποκριτικής τους σ’ ένα ανεπίκαιρο μελοδραματισμό, όσο και η διόγκωσή της σε μια αναντίστοιχη τραγικοποίηση.
Η υποκριτική πληρότητα των ηθοποιών, σε συνδυασμό με τη σκηνοθετική μαεστρία, αφού διέγραψαν το ολόγραμμα του δραματικού περιβάλλοντος των ηρώων του Μπένετ, εστίασαν πολυδύναμα το ερμηνευτικό ενδιαφέρον στην ανάδειξη των χαρακτήρων, επιτρέποντας στο θεατή την αβίαστη συμμετοχικότητα στη σκηνική δράση, που ταυτόχρονα επέτρεπε να αναδυθεί η αισθητική απόλαυση και να ολοκληρωθεί η θεατρική επικοινωνία.