Μια ενδεικτική εικόνα της θέσης στην οποία βρίσκεται η σύγχρονη δραματουργία και το θέατρο μετά τον μοντερνισμό, αποτελεί το έργο με τίτλο «Ένα άδειο πιάτο στο μπιστρό “ Το μεγάλο βόδι”» του Michael Hollinger, που παρουσιάζει στο φιλόξενο χώρο του Κέντρου Λόγου και Τέχνης των εκδόσεων Καστανιώτη η θεατρική ομάδα «Οι Χρυσοθήρες» των Δημ. Φραγκιόγλου-Χρ. Παπαδάκη.
Οι «Χρυσοθήρες» για μια ακόμα φορά δικαίωσαν το όνομά τους, με την εξόρυξη ενός θεατρικού αριστουργήματος του σύγχρονου αμερικανικού θεάτρου (άγνωστο στο ευρύ ελληνικό κοινό), όπως είχαν κάνει και κατά το παρελθόν, με τα έργα «Γελώντας άγρια» του Christopher Durang (2000 2001) και «Ο Διάολος Μέσα του» του David Lindsay-Abaire (2004).
Τον κρυμμένο θησαυρό του περιεχομένου, αλλά και το ραφιναρισμένο και ευάλωτο υφολογικό στιλ του έργου κατανόησαν σωστά οι συντελεστές της παράστασης και προσπάθησαν (όχι πάντα, ούτε όλοι, είναι γεγονός) να μορφοποιήσουν σκηνικά, καταφεύγοντας σε μικτούς κώδικες και αρχές σκηνικής και φιλμικής απόδοσης της κωμωδίας και του μελοδράματος, προσφέροντας στους θεατές ένα ευχάριστο θέαμα. Ο σκηνοθέτης Δ. Φραγκιόγλου και οι ηθοποιοί (Χρ. Στυλιανού, Χ. Φλέουρας, Χρ. Παπαδάκη, Π. Σταθακόπουλος, Αντ. Γκρίτσης, Ευγ. Αποστόλου) ακροβατούσαν για να διατηρήσουν την ισορροπία τους πάνω σε μια δραματουργικά και υφολογικά ασταθή επιφάνεια, που επέτρεπε στους θεατές να διαπιστώνουν τα πλεονεκτήματα αλλά και τις αδυναμίες του συνόλου, χωρίς βέβαια οι επιμέρους επισημάνσεις να αποβαίνουν σε βάρος του τελικού αποτελέσματος.
Ο συγγραφέας στηριζόμενος στην οικεία του παράδοση της κωμωδίας με στοιχεία που προέρχονται από ετερόκλητα είδη, όπως η φάρσα και η «όπερα μπούφα», ο βωβός κινηματογράφος και το φτηνό μελόδραμα, ξεπερνά τις κοινότυπες και γενικευμένες συνταγές επιτυχίας που καθιέρωσε η μαζικότητα του είδους (ιδιαίτερα όπως αποδόθηκε κινηματογραφικά) και προβαίνει σε μια έξυπνη σύνθεση με εντελώς προσωπικά υφολογικά αισθητικά και ειδολογικά χαρακτηριστικά. Ενώ δηλαδή από τον ίδιο τον τίτλο προετοιμάζει το θεατή του να απολαύσει ένα κωμικό θέαμα, το οποίο (υποτίθεται) θα του προσφέρει αβίαστα γέλιο και διασκέδαση, ανατρέπει γρήγορα αυτές τις προσδοκίες με την είσοδο του κεντρικού ήρωα, του Βίκτορα ιδιοκτήτη του μπιστρό «Το μεγάλο βόδι» και την ανάπτυξη της δραματικής και όχι κωμικής (όπως αναμενόταν), υπόθεσης που πρόκειται να εξελιχθεί σκηνικά.
Όμως ο Μ. Hollinger κατέχοντας την τεχνική πρόκλησης ενδιαφέροντος και ενεργοποίησης της συνείδησης του θεατή, γνωρίζοντας τα όρια και τους μηχανισμούς των δραματικών ειδών που επιτήδεια (όπως ο προικισμένος σεφ Γκαστόν μαγειρεύει και ο φινετσάτος μαιτρ Κλωντ σερβίρει) δημιουργεί με το κείμενό του, κατορθώνει να παραμένει σταθερά «au point» στο ακριβές σημείο πληρότητας, λίγο πριν ή μετά από το οποίο θα οδηγούσε το έργο του σε έλλειψη ή υπερβολή.
Αυτό το έξυπνο παιχνίδι του ρητού και άρρητου, της καταδήλωσης και της συνδήλωσης τόσο των θεατρικών ειδών και τρόπων έκφρασης, όσο και των δραματουργικών τεχνικών και καταστάσεων, κάνει την εμφάνισή του όταν στην αυτοπροσωπογραφία του ο Βίκτορ άμεσα υποδηλώνει τη σχέση του με τον ομώνυμο ήρωα του Ροζέ Βιτράκ στο ομότιτλο του ονόματος έργο του, γεγονός που σηματοδοτεί τα στοιχεία του γκροτέσκ και του σουρεαλιστικού, που διατρέχουν υπόγεια και υπονομευτικά την όλη δράση (αυτοκτονία από «πείνα»).
Η άμεση και καταλυτική παρουσία του Έρνεστ Χέμινγουαίη, των ηρώων και των κειμένων του, είναι μια ακόμα απροκάλυπτη έκφραση του διακειμενικού και μεταμοντέρνου τρόπου σύλληψης και ανάπτυξης του θέματος.
Αλλά το ίδιο ακριβώς γίνεται με τις αλληλοδιάδοχες ανατροπές των δραματικών καταστάσεων, οι οποίες πυροδοτούν τη δράση όχι μόνο σε μικροεπίπεδο (κωμικά «γκαγκς») αλλά και σε δομική/ υφολογική σύσταση του όλου, που υπό μορφή «pastiche» συναπαρτίζεται από ετερογενούς και κάποτε αντιθετικής προελεύσεως συστατικά: δραματική ιστορία με κωμική γραφή, δραματικές καταστάσεις με γκροτέσκ απόδοση, μελοδραματικό περιεχόμενο με φαρσικό χαρακτήρα, κωμικές ανατροπές με σοβαρό αποτέλεσμα, εξεζητημένος λόγος με διακριτική ορολογία σε συνδυασμό με λεκτική ανατροπή που δίνεται από την άρθρωση του μαθητευόμενου σερβιτόρου Αντουάν. Όλα αυτά με φόντο μια υπαρξιακή κατάσταση κι ένα ουσιαστικό προβληματισμό για «σοβαρά» θέματα που προσεγγίζονται ανατρεπτικά και αποδομητικά μ’ ένα σύγχρονο τρόπο.