Η εκ νέου παρακολούθηση με προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς φοιτητές της παράστασης «Η Πάχνη» των Αφων Κούφαλη στο θέατρο «Πορεία» σε σκηνοθεσία Τάκη Τζαμαργιά, προκάλεσε ποικίλες εντυπώσεις και έδωσε το έναυσμα για την κατάθεση κάποιων σκέψεων που αφορούν τη θεατρική επικοινωνία. Όπως είναι γνωστό, κατά τη διάρκεια της παράστασης, ανάμεσα στους ηθοποιούς πάνω στη σκηνή, τους θεατές στην πλατεία και χιαστί μεταξύ τους, αναπτύσσεται μια αμφίδρομη επικοινωνιακή σχέση, που καθιστά το θέατρο ανατροφοδοτούμενο, διαδραστικό σύστημα εναλλασσόμενου επικοινωνιακού φορτίου, που το ξεχωρίζει και το κατηγοριοποιεί ιδιαίτερα.
Η δυναμική της ομάδας, οι λανθάνοντες και φανεροί παράγοντες που καθορίζονται από την ψυχολογία και τις προσδοκίες του θεατή, την κοινωνιολογική σύσταση του κοινού, την ομοιογένεια ή ετερότητα του συνόλου, τα αντικειμενικά ή περιπτωσιακά «συμβεβηκότα» της θεατρικής συνθήκης, τις δομές του αντικειμενικού χώρου αλλά και του χρόνου, τις προσληπτικές δυνατότητες και την υποδοχή του σκηνικού μηνύματος, όπως και τις αντίστοιχες των ηθοποιών κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης παράστασης, καθορίζουν «εν επιγνώσει» ή «αγνοία» του κοινού το τελικό αποτέλεσμα και διαμορφώνουν την κρίση του γι’ αυτό.
Μ’ αυτά ως δεδομένα, μπορώ να διατυπώσω μια άποψη για την ενλόγω παράσταση που, χωρίς να ανατρέπει ή να αναιρεί την ήδη διατυπωμένη σε προγενέστερο σημείωμα, ενδεχομένως διαφοροποιείται (θετικά ή / και αρνητικά) κατά περίπτωση από εκείνη.
Προσπαθώντας ψυχαναλυτικά να εντοπίσω τις λανθάνουσες αιτίες γι’ αυτό, μπορεί να υποπτευθώ ή ακόμα και να αντιληφθώ, ότι οι προσδοκίες μου ήταν πολύ διαφορετικές απ’ ότι την πρώτη φορά, πιο συγκροτημένες και «έτοιμες» να δεχθούν ή να απορρίψουν. Γιατί, έχοντας μια πλήρη εικόνα για το σύνολο της παράστασης, μπορούσα να περιμένω με υπομονή να ξεπεραστεί κάποια άκομψη ή άκαιρη υποκριτικά στιγμή, αφού γνώριζα καλά ότι η συνέχεια του ρόλου θα με αντάμοιβε. Μπορούσα ακόμα να εμβαθύνω περισσότερο και να κατανοήσω πληρέστερα (κάτι που ίσως δεν είναι εύκολο να γίνει με την πρώτη ματιά) τη σχέση της σκηνοθεσίας με το κείμενο και να αναθεωρήσω (επί τα βελτίω) τη συμβολή της στην ανάδειξη της θεατρικότητας, ενός σχετικά επίπεδου αφηγηματικού κειμένου.
Συνειδητοποιώντας το, είχα όμως την ευκαιρία να αξιολογήσω περισσότερο τα λυρικά στοιχεία των διαλόγων και την άλλοτε λανθάνουσα και άλλοτε φανερή τραγικότητα των χαρακτήρων, που εύστοχα δημιουργούσαν οι συγγραφείς.
Τη δημιουργία αυτών των εντυπώσεων συνέτεινε πολύ και η σύσταση του συγκεκριμένου κοινού, που αποτελείτο από φοιτητές και μεταπτυχιακούς φοιτητές μου, οι οποίοι ήταν ήδη (περισσότερο ή λιγότερο) ενημερωμένοι όχι τόσο για το έργο, όσο για τη διαδικασία της παράστασης και της επικοινωνίας, επομένως αντιδρούσαν ως μια ομοιογενής ομάδα υποκειμένων με κοινό ορίζοντα προσδοκιών και ισοδύναμη αλληλεπιδραστική επενέργεια.
Στα προηγούμενα, πρέπει τέλος να προστεθεί η αντικειμενική βελτίωση των συνθηκών σκηνικής δράσης, στη βελτίωση της υποκριτικής των δύο ταλαντούχων ηθοποιών, του Μ. Καρατζογιάννη και του Γ. Ντούση, που είχαν αισθητά εξελιχθεί από την προηγούμενη (αρχική) παράσταση που είχα κατά νου. Αν σ’ αυτό προστεθεί και η δυναμική του συγκεκριμένου κοινού, που δημιουργούσε ένα ιδιαίτερα ευνοϊκό πεδίο ανατροφοδοτούμενης επικοινωνίας, τότε μπορεί κατά κάποιο τρόπο (γιατί είναι ακόμα πολλά που λανθάνουν, ή που αδυνατούν να εκφραστούν τεκμηριωμένα και λογικά) να γίνει αντιληπτή η μοναδικότητα που διαθέτει η θεατρική παράσταση, το «άπαξ» που την καθιστά ανεπανάληπτο πολιτιστικό αγαθό.