Η ελληνική κοινωνία έχει βρει την ιδανική της σχεδόν σκηνική απόδοση με δύο είδη που διαχρονικά κυριαρχούν στο θέατρο από το τέλος του 19ου αι. μέχρι σήμερα: την ηθογραφία και την επιθεώρηση.
Με σοβαρό τρόπο η πρώτη και φόρμες που εκτείνονται σ’ όλη τη γκάμα των αισθητικών, ειδολογικών και ιδεολογικών μορφωμάτων από το ψυχολογικό και κοινωνικό δράμα, μέχρι το μελόδραμα, τον ποιητικό ρεαλισμό, το νεορεαλισμό και το νατουραλισμό, με φαιδρό ή δεύτερη που περιλαμβάνει τη φάρσα και την κωμωδία, το μιούζικαλ και τον αυτοσχεδιασμό, το βαριετέ και τη σάτιρα, αποδίδουν παραστατικά το αντικειμενικά υπαρκτό με μεγάλο βαθμό πιστότητας.
Η παράσταση «Τελεία gr» αποτελεί δραματουργικά ένα υβριδικό δημιούργημα, που κινείται οριακά, αλλά αβίαστα σ’ όλο το φάσμα των δύο ειδών που τη συγκροτούν αυτόνομα, αθροιστικά, αλλά και συνδυαστικά. Ενώ λοιπόν ο θεατής έχει την αίσθηση ότι παρακολουθεί ένα επιθεωρησιακό θέαμα, συνειδητοποιεί ότι συμμετέχει σε μια ηθογραφική απεικόνιση του πραγματικού κόσμου μέσα στον οποίο ζει και την ίδια στιγμή ότι παρακολουθεί αυτοσχεδιαστικά νούμερα που αντλούνται από τον χώρο του τσίρκου, του κλόουν και του λαϊκού θεάματος. Κατ’ αυτό τον τρόπο τρία διαφορετικά συστατικά προερχόμενα από αντίστοιχες πηγές έμπνευσης και δημιουργίας συνδυάζονται γόνιμα και συναπαρτίζουν το ετερόκλητο αλλά προκλητικό αποτέλεσμα που παρακολουθεί ο θεατής.
Το ένα, έχει προέλευση την έντεχνη δραματική παραγωγή ηθογραφικού περιεχομένου, με φορέα και εκφραστή το συγγραφέα και ηθοποιό Π. Μέντη. Το άλλο, στηρίζεται στο δημιουργικό ταλέντο και τη σκηνική άνεση του σκηνοθέτη και ηθοποιού Β. Παπαγεωργίου, με τη μακρά και πετυχημένη θητεία σ’ όλα τα είδη του νεοελληνικού θεάτρου.
Tο τρίτο προκύπτει από τη δημιουργική πνοή, το μπρίο και τον ενθουσιασμό της θεατρικής ομάδας «ex animo» που έχουν ήδη δώσει εξαιρετικά δείγματα παρόμοιας σκηνικής δουλειάς στο παρελθόν (όλοι θυμούνται το «Νοσφεράτου Διδόντικους» του 2006-2007), που αξιοποιεί τεχνικές και κώδικες λαϊκής θεατρικής παράδοσης.
Ο συγκερασμός των τριών αυτών παραμέτρων προκαλεί ένα ευχάριστο ψυχαγωγικό θέαμα με την ιδιαίτερη ελαφράδα της επιθεώρησης, αλλά και το βαθύτερο κοινωνικό προβληματισμό του νεοηθογραφικού δράματος που προεκτείνει και ανανεώνει τις «Εσωτερικές Ειδήσεις» του Μ. Ποντίκα (της δεκαετίας του ᾽80), ενώ επικαιροποιεί τα μηνύματα και τα θέματα της συνήθως επιδερμικής απλουστευτικής σύγχρονης επιθεωρησιακής σάτιρας.
Ο ρατσισμός και η περιθωριοποίηση, το διαδίκτυο και η διαφήμιση, η μοναξιά και η οικολογική καταστροφή, ο καταναλωτισμός και η κοινωνική συμπεριφορά, αποτελούν κάποια από τα επιμέρους ζητήματα που θίγουν οι αυτοτελείς σκηνές του έργου, αποτελώντας ένα αντιπροσωπευτικό παζλ της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας.
Όπως είναι φυσικό, λόγω της υπόστασης του έργου, η ανομοιογένεια και ετερότητα των συστατικών του είναι προφανής και η κριτική αποτίμηση αδυνατεί να λειτουργήσει ισοπεδωτικά, δημιουργώντας αυτονόητα σημεία υπεροχής και ανωτερότητας τόσο μεταξύ των δρώντων, όσο και των δρωμένων που θα μπορούσε να λειτουργήσουν εξίσου, με κάποια αριθμητική μείωση που θα προσέδιδε περισσότερη βαρύτητα στα εναπομένοντα. Εντούτοις το θέαμα γοητεύει το θεατή και συμπεριλαμβάνεται αβίαστα σ’ εκείνα που σηματοδοτούν θετικά τη θεατρική επικαιρότητα.
