Η πολλαπλότητα των ερμηνειών που προσμετράται θετικά στην πραγματική ή δυνητική αξία του έργου τέχνης και η υποκειμενικότητα της αποκωδικοποίησης του νοήματος που απορρέει εξ αυτών, νομιμοποιούν τις όποιες αναγνωστικές επιλογές του αποδέκτη, χωρίς κανενός είδους συνειδητή ή μη υπονόμευση και αποδόμηση οποιωνδήποτε άλλων.
Η προεξαγγελτική αυτή διαπίστωση κρίνεται απαραίτητη για την τεκμηρίωση των σκέψεων που ακολουθούν για την παράσταση «Ιδού εγώ: Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι», που σκηνοθετεί στο «Θέατρο επί Κολωνώ» ο Τάκης Τζαμαργιάς.
Δεν αφορά στο σημείωμά μας και κατ’ επέκταση δε σχολιάζουμε το ομολογουμένως καίριο ερώτημα για την ενδεχομένως διαφορετική πορεία της Τέχνης και την αντίστοιχη «τύχη» του κινήματος των ρώσων φορμαλιστών, αν δεν ανακοπτόταν βίαια από τις ιδεολογικά επιβεβλημένες αρχές της «agit prop». Δεν κρίνουμε, ακόμα, ούτε την a posteriori αναγνώριση ιδεών έκπτωτων από την μονολιθικότητα του άλλοτε πανίσχυρου «σοσιαλιστικού ρεαλισμού» και την αντίστοιχη δικαίωση των εκφραστών τους, κορυφαία μορφή των οποίων υπήρξε ο Μαγιακόφσκι. Το ενδιαφέρον μας εστιάζεται αποκλειστικά στη συγκεκριμένη παράσταση ως αδιάσπαστη ενότητα μορφής και περιεχομένου, όπως τη δημιούργησε ο Τάκης Τζαμαργιάς. Σ’ αυτήν, το «Σύννεφο με παντελόνια» δεν αποτελεί παρά τον καμβά, το εφαλτήριο για να διευρυνθεί η αναζήτηση στο γενικότερο ποιητικό έργο του δημιουργού, να μορφοποιηθεί παραστατικά μέσα από βιωματικά περιστατικά της ζωής του και από εκεί να εξακτινωθεί διακειμενικά με την μεσολάβηση του Ιερώνυμου Πολλάτου σε κείμενα μεταγενέστερων ποιητών (Α. Αχμάτοβα, Γ. Ρίτσου, Κ. Γώγου), συνδέοντας διαχρονικά το παρελθόν με το παρόν και ερμηνεύοντας το ένα δια του άλλου. Κατ’ αυτό τον τρόπο, αναπτύσσεται μια έμμεση διαλογική επικοινωνία της γραφής που συνομιλεί αυτόνομα με το χρόνο και την ιδεολογία, επαναπροσδιορίζει σημασίες και ταυτότητες και αναστοχάζεται πάνω σε θέματα και αξίες που παραμένουν για καιρό στα «αζήτητα» της σύγχρονης κοινωνίας.
Κατ’ ουσία λοιπόν δεν πρόκειται για μια αναστήλωση, αποκατάσταση, αναθεώρηση ή όπως αλλιώς κι αν νοηθεί της ποίησης του Μαγιακόφσκι και της θέσης του στον ποιητικό «κανόνα» του μοντερνισμού και της πρωτοπορίας του 20ου αιώνα.
Αντίθετα, με τρόπο υπαινικτικό και κρυπτικό, πρόκειται για την εξύφανση ενός ζητουμένου νοήματος που απορρέει από την αντιφατικότητα και ετερονομία της ποιητικής ιδιοσυγκρασίας του Μαγιακόφσκι και εικονοποιείται από την πυρρετική, φρενήρη και επαναστατική παρουσία του στην Τέχνη και τη ζωή.
Αυτά τα στοιχεία της πρωτοπορίας και του «μεταμοντερνισμού», σε μια πρώιμη εποχή, πολύ πριν οι έννοιες κατακτήσουν αλλά ταυτόχρονα και απωλέσουν το περιεχόμενο που τις αποδίδεται σήμερα, αυτή η ανατρεπτική προς κάθε συμβατικότητα γραφή, σύστοιχα μορφοποιημένη από τη βιωμένη παγματικότητα και περίτρανα δικαιωμένη από το γεγονός της αυτοχειρίας του ποιητή (με τραγική ειρωνεία επαναλαμβανόμενο πολύ μεταγενέστερα από έλληνα στοχαστή του Παρισιού), προκαλούν ιδεολογικό δέος και καλλιτεχνική «α-πορία» για το ενδεχόμενο και (πολύ περισσότερο) τη δυνατότητα της σκηνικής μεταφοράς τους.
Αν στα προηγούμενα συνυπολογισθεί η ιδιαιτερότητα του ποιητικού λόγου με τις συνακόλουθες εγγενείς δυσχέρειες ως προς τη δραματουργική του μεταγραφή και την αντιμετάθεση των υφολογικών δομών του ποιήματος από τις παραστασιοποιήσιμες μονάδες (σημεία) του δράματος, προσιτά πια στο θεατή και όχι τον αναγνώστη, τότε γίνεται αντιληπτή σ’ όλο της το μέγεθος η πρόκληση που ανέλαβε να αντιμετωπίσει ο σκηνοθέτης σ’ αυτό του το καλλιτεχνικό εγχείρημα.
Όμως ο Τάκης Τζαμαργιάς, για μια ακόμα φορά δικαίωσε με τον καλύτερο τρόπο όσους πιστεύουν σ’ αυτόν, στο θεατρικό του ένστικτο, τη δημιουργική έμπνευση και πάνω απ’ όλα το ταλέντο του δασκάλου που τον διακρίνουν. Με τη συνεργασία του Ιερώνυμου Πολλάτου σε ρόλο δραματουργού και κυρίως με τη σωστή επιλογή, επίπονη διδασκαλία και κατάλληλη προετοιμασία των ηθοποιών του, κατόρθωσε να προτείνει ένα υψηλών προδιαγραφών καλλιτεχνικό θέαμα που συναρπάζει και μαγεύει το θεατή από την πρώτη μέχρι την τελευταία στιγμή.
Ο Γεράσιμος Μιχελής στο ρόλο του Μαγιακόφσκι δίνει πραγματικό ρεσιτάλ υποκριτικής, επενδύοντας μορφοποιητικά τις αφηγηματικές και δραματικές δομές του κειμένου με τρόπο άρτιο. Αξιοποιώντας με χαρακτηριστική άνεση τις εκφραστικές του δυνατότητες, περνά μέσα από τις υφολογικές και ιδεολογικές αντιφάσεις του ρόλου αναδεικνύοντας με μπρεχτικό «gestus» το εσωτερικό νόημα της επιφανειακής αντινομίας του και ανάγοντας το «παραξένισμα» σε ειδοποιό συστατικό της φύσει επαναστατικής προσωπικότητας του ήρωα.
Με παρόμοια εκφραστική άνεση αλλά και υποκριτικά κωδικοποιημένη ομοιομορφία κινούνται και οι άλλοι ηθοποιοί της παράστασης, κατεξοχήν η Τζούλια Σούμα και ο Δημήτρης Καραμπέτσης, που για μια ακόμα φορά δείχνουν τις επαγγελματικές τους ικανότητες, ενώ εξίσου ικανοποιητικά συμμετέχει και ο Τάσος Σωτηράκης, που υποστηρίζει ζωντανά την υποβλητική μουσική επένδυση του Πλάτωνα Ανδριτσάκη.
Στη γενικευμένη θετική αποτίμηση της παράστασης συμβάλλουν με τον τρόπο τους και οι άλλοι συντελεστές, όπως η Ζωή Χατζηαντωνίου και η Κατερίνα Φωτιάδη στην κίνηση, ο Γιάννης Θεοδωράκης στα σκηνικά, η Άννα Μπόη στο φωτισμό και ιδιαίτερα η Σοφία Παπαδοπούλου στο video art.
Η προσεγμένη και μεθοδικά εναλλασσόμενη διαφοροποίηση στους υποκριτικούς κώδικες και την αξιοποίηση του σκηνικού χώρου, η ελεγχόμενη στη λεπτομέρεια αντιστοίχηση των συναισθημάτων και καταστάσεων, των σχέσεων και των μηνυμάτων προς τη σκηνική τους εικονοποίηση, η ολόπλευρη ανάδειξη των κωδίκων και των τεχνικών της παράστασης στην υπηρεσία της επικοινωνίας με τους θεατές, αναδεικνύουν το «Ιδού εγώ: Βλαδιμίρ Μαγιακόφσκι» σε παράσταση σταθμό για τη φετινή θεατρική κίνηση.


