Λυσιστράτη-Άλκηστις-Ορέστεια
Το Κυπριακό Κέντρο Θεάτρου διοργανώνει κατά τη διάρκεια του τρέχοντος μηνός το 14ο Διεθνές Φεστιβάλ Αρχαίου Δράματος, με παραστάσεις σε αρχαιολογικούς (Κούρειο, Ωδείο Πάφου) και νεότερους ανοιχτούς θεατρικούς χώρους (Λευκωσία, Δερύνεια) της Κύπρου.
Σε δύσκολες εποχές για εθνικούς, οικονομικούς και πολιτιστικούς λόγους, το Κέντρο συνεχίζει μια μακρόχρονη παράδοση ενασχόλησης με το αρχαίο δράμα τόσο σε επιστημονικό-ερευνητικό, όσο και σε καλλιτεχνικό επίπεδο, αποτελώντας ένα σημείο αναφοράς παγκόσμιας εμβέλειας, λόγω της ποιότητας, της πολυφωνίας και της προέλευσης των συμμετεχόντων σ’ αυτό.
Εκτός από το Διεθνές Συμπόσιο που διεξήχθη στη Λευκωσία στις 2-4Ιουλίου με κεντρικό θεματικό άξονα «Πάθος-ήθος. Χαρακτήρες και ρόλοι στο αρχαίο ελληνικό δράμα. Κείμενο και παράσταση» στο οποίο έλαβαν μέρος διακεκριμένοι έλληνες και ξένοι επιστήμονες, ειδικοί στη μελέτη του αρχαιοελληνικού δράματος, αξίζει να επισημανθεί ο πλούτος των παραστάσεων που πλαισιώνουν τις δραστηριότητες του Φεστιβάλ, με παραστάσεις τραγωδίας και κωμωδίας.
Ο Θ.Ο.Κ. παρουσίασε τη «Λυσιστράτη» σε σκηνοθεσία Γ. Μουαΐμη, ο οποίος (όπως δηλώνει στο πρόγραμμα) είναι και ο διασκευαστής του έργου, το οποίο «προσπάθησε να φέρει πιο κοντά στο μέσο θεατή, με μια εκλαϊκευτική, αντιμετώπιση, με σχετικά σύγχρονα στοιχεία και μικρές εμβόλιμες σκηνές».
Από το σημείο αυτό ακριβώς ξεκινούν οι πρώτες επιφυλάξεις και ενστάσεις, αφού είναι σχεδόν αδύνατο να νοηθεί πώς ένα τόσο απλό, ευρύτατης αποδοχής κείμενο, όπως αυτό της συγκεκριμένης αριστοφανικής κωμωδίας, μπορεί να γίνει πιο «εκλαϊκευμένο».
Ο σκηνοθέτης, προσπαθώντας να εκφράσει σκηνικά την άποψή του αυτή, προέβη σε ένα υπερβολικό φόρτο του αρχικού έργου, που χωρίς ακριβώς να διασκευάζεται, ούτε να διαφοροποιείται, χρησιμοποιείται ως καμβάς, πάνω στον οποίο αναπτύσσεται ένα θέαμα βαρυφορτωμένο με μουσικά κυρίως στοιχεία, ποικίλης (κάποτε και συνοθυλευματικής) προελεύσεως, με στόχο την επικαιροποίηση και την ενίσχυση της αναφορικότητάς του στις προσλαμβάνουσες ενός σύγχρονου (κυπρίου κυρίως) θεατή. Αυτή η βασική σκηνοθετική γραμμή, υπονόμευσε τα όποια έξυπνα και ενδιαφέροντα σκηνικά ευρήματα (όπως η τηλεοπτική αντίστιξη με δημοσιογραφικό και πολιτικό λόγο που μετέφερε ευρηματικά τον ιστορικό σε παροντικό χρόνο) αλλά και τις υποκριτικές και άλλες αρετές της παράστασης.
Ένα ανανεωμένο, νεανικό, μουσικο-χορευτικό θέαμα προσέφερε ο ρωσικός θίασος «Free Space» του Οριέλ μετατρέποντας την Άλκηστη του Ευριπίδη σε σύγχρονο ροκ θέαμα, προσαρμοσμένο στην πολιτιστική αισθητική και τις πολιτισμικές προσλαμβάνουσες της χώρας προέλευσής του, αλλά και σε παραμέτρους, προσδοκίες και ζητούμενα ενός νεανικού κοινού, στο οποίο κατεξοχή απευθύνεται το συγκεκριμένο σχήμα. Αξιοποιώντας κυρίως το δεύτερο μέρος του δράματος, αυτό με την κωμική παρουσία και δράση του Ηρακλή, ο σκηνοθέτης Αλεξάντρ Μιχάιλοφ μετέτρεψε την τραγωδία σε άλλο θεατρικό είδος που σίγουρα παραξένεψε αλλά και διέψευσε τις αναμονές ενός κοινού εξοικειωμένου με την αρχαία τραγωδία, που περίμενε να δει ένα διαφορετικό θέμα.
Όμως το γεγονός ότι ήδη το ίδιο έργο έχει αντιμετωπισθεί ποικιλότροπα στο παρελθόν, από σημαντικούς σκηνοθέτες και αξιόλογες παραστάσεις που το προσέγγισαν είτε ως τραγωδία, είτε ως σατιρικό δράμα, είτε ως κάτι ενδιάμεσο, νομιμοποιεί και κάνει συμβατή οποιαδήποτε ερμηνεία περιλαμβάνει στοιχεία αναγόμενα σ’ αυτές τις ειδολογικές κατηγορίες. Ακόμα λοιπόν κι αν μπορούν να εκφραστούν βάσιμες και αιτιολογημένες ενστάσεις ως προς την καλλιτεχνική αρτιότητα (ιδιαίτερα του πρώτου μέρους) ή ακόμα και την εγκυρότητα της άποψης του σκηνοθέτη, η άψογη κίνηση, οι εξαιρετικές φωνές των ηθοποιών στα μουσικά μέρη, το χιούμορ και η σφριγηλότητα στην υποκριτική (ιδιαίτερα στα κωμικά μέρη), προκαλούσαν μια αίσθηση ευφορίας και αμεσότητας στο θεατή, που δεν έμενε αδιάφορος στο γενικότερο θέαμα, το οποίο οδηγήθηκε με αρκετά πετυχημένο, αλλά εντελώς ξένο προς το έργο τρόπο στο τέλος, όταν μετά το χειροκρότημα όλος ο θίασος παρουσίασε μουσικοκινητικά ένα ελληνικό λαϊκό θέαμα μετατρέποντας τη σκηνή του θεάτρου σε πίστα νυχτερινού κέντρου.
Το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας σε σκηνοθεσία Λουκά Θάνου ο οποίος επίσης υπογράφει τη μετάφραση του κειμένου αλλά ακόμα τη μουσική και τη σκηνογραφία, παρουσίασε σε μια συμπυκνωμένη σύνθεση την Ορέστεια του Αισχύλου. Ο φυσικός χώρος του Κουρείου ήταν ιδανικός υποδοχέας μιας παράστασης που διέθετε αρκετά στοιχεία κλασικής ερμηνείας του αρχαίου δράματος, που αποτελούν πια νοσταλγική αναπόληση για πολλούς μεγαλύτερης ηλικίας θεατές, οι οποίοι αισθάνονται τον ορυμαγδό και τη λαίλαπα του δήθεν «μεταμοντέρνου» να καταργεί και να χλευάζει με προπέτεια κάθε αξία και νόημα που συνιστά το διαχρονικό περιεχόμενο του κλασικού.
Ο Λουκάς Θάνος ανέλαβε ένα μεγάλο ρίσκο και επεχείρησε τον διάπλου του ρεύματος που χωρίζει το τραγικό από το γελοίο, το μεγαλειώδες από το γκροτέσκο, μη διαθέτοντας προσόντα Δήλιου κολυμβητή. Παρ’ όλ’ αυτά κατόρθωσε να διασωθεί και να πραγματοποιήσει το εγχείρημά του, μεταφέροντας μαζί του σώους, αν και ταλαιπωρημένους, τους θεατές που παρακολούθησαν την παράστασή του.
Διατηρώντας όλα τα στοιχεία μιας κλασικής προσέγγισης, προχώρησε σε μια κειμενική διασκευή που, μέσα από ένα έμμετρο σύγχρονο λόγο, κατόρθωνε να παρουσιάσει τα βασικά σημεία της μυθικής αφήγησης, επιτρέποντας σε γενικές γραμμές το κοινό να αντιληφθεί τα σκηνικά διαδραματιζόμενα, ακόμα κι αν δε γνώριζε πολλά για τον μύθο των Ατρειδών.
Πρωταγωνιστής στη συγκεκριμένη παράσταση ήταν ο χορός, που καλοδουλεμένος στην κίνηση και την έκφραση, αποτελούσε τη βασική σκηνική δρώσα δύναμη, ενώ ο ρόλος των κεντρικών ηρώων ήταν σχετικά περιορισμένος και όχι πάντα αντίστοιχος της βαρύτητας που το συγκεκριμένο δρων πρόσωπο διαδραμάτιζε στην εξέλιξη της δράσης. Παρ’ όλ’ αυτά, η αίσθηση της σοβαρότητας στην αντιμετώπιση του θέματος και η γενικότερη θετική εικόνα στην αξιολόγηση του όλου θεάματος, είναι αδιαμφισβήτητα η καθολική εντύπωση που αποκόμισε ο θεατής.