της Μαρουσώς Γεωργοπούλου
Η ιστορία της κριτικής είναι αναπόσπαστα δεμένη με την ιστορία του θεάτρου και ακολουθεί την εξέλιξή του. Αξίζει να σημειωθεί ότι, ενώ πολλοί υποστηρίζουν ότι στην Ελλάδα δεν υπήρχε και δεν υπάρχει κριτική, που κυρίως αναφέρονται στην ποιότητα της κριτικής, η ιστορία μας διαψεύδει για ακόμα μια φορά. Το πρώτο και αρτιότερο περί κριτικής κείμενο, η Ποιητική του Αριστοτέλη καθώς και το νεότερο Περί ύψους του Λογγίνου, μας παρουσιάζουν τον ελληνικό κριτικό νου. Στη νεότερη Ελλάδα η κριτική συνδέεται άμεσα με το γλωσσικό ζήτημα. Ξεκινά με την κριτική των Φαναριωτών και τα κείμενα του Κοραή και θεμελιώνεται με την Επτανησιακή κριτική. Κατά τον Δημαρά ο πρώτος κριτικός είναι ο Σολωμός.
Η θεατρική κριτική συνιστά βασική συνιστώσα της επιστήμης του θεάτρου, παρά τον ισχυρό υποκειμενικό της χαρακτήρα. Ακολουθεί μέχρι και τον Μεσοπόλεμο, σε γενικές γραμμές, την τύχη της λογοτεχνικής κριτικής, αφού το θέατρο θεωρείται κλάδος της λογοτεχνίας και οι σημαντικότεροι κριτικοί γράφουν και θεατρική κριτική. Ενδεικτικά αναφέρουμε τον Ξενόπουλο και τον Παλαμά, που είναι οι δύο πρώτοι θεωρητικοί θεατρολόγοι στην Ελλάδα του 20ου αιώνα, αλλά και οι σημαντικότεροι κριτικοί της λογοτεχνίας μας.
Ξεκινώντας από το γεγονός, ότι από την ελληνική θεατρολογία απουσιάζουν οι συστηματικές μελέτες σχετικά με την ιστορία, καταγραφή και αξιολόγηση της κριτικής, η Βαρβάρα Γεωργοπούλου, με αφορμή τη διδακτορική διατριβή της, κάνει μια πρώτη μελέτη για την κριτική, επιλέγοντας τη μεσοπολεμική περίοδο ως τη σημαντικότερη για την εδραίωσή της. Διευκρινιστικά αναφέρουμε ότι με τον όρο Μεσοπόλεμος αποδίδεται η χρονική περίοδος μεταξύ Α΄ και Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, κυρίως μεταξύ 11ης Νοεμβρίου 1918 και 1ης Σεπτεμβρίου 1939.
Στόχος της είναι όχι μόνο να παρουσιάσει τη δραστηριότητα της καθημερινής θεατρικής κριτικής, μέσω του ημερήσιου Τύπου, αλλά και να αποδώσει τη γενικότερη εικόνα της λειτουργίας της, ως πνευματικού θεσμού ενταγμένου στην εποχή του και άμεσα εξαρτώμενου από τους υπόλοιπους θεατρικούς, πνευματικούς, οικονομικούς, πολιτικούς και κοινωνικούς παράγοντες.
Με μια σύντομη αναδρομή από τις απαρχές της ιστορίας του νεοελληνικού θεάτρου, επιχειρεί να καθορίσει την εξέλιξή της, αλλά και τη γονιμοποίησή της, πριν την περίοδο του Μεσοπολέμου. Είναι γεγονός ότι στην περίοδο του Μεσοπολέμου η θεατρική κριτική παύει να αποτελεί ερασιτεχνική ασχολία, αυτονομείται δυναμικά και δημιουργικά.
Στο πρώτο μέρος της μελέτης της, η Βαρβάρα Γεωργοπούλου, ασχολείται διεξοδικά με τη θέση της κριτικής απέναντι στην θεατρική πράξη, όπως αυτή παρουσιάζεται στο ρεπερτόριο των θιάσων. Αρχίζει με την εξέταση σημαντικών θεατρικών σχημάτων, στα οποία καθρεφτίζονται οι πρωτοποριακές ιδεολογικές και αισθητικές αναζητήσεις της εποχής. Στη συνέχεια, χωρίζοντας το ρεπερτόριο σε ελληνικό και ξένο, εξετάζει τη δραστηριότητα των επαγγελματικών θιάσων και της κρατικής σκηνής. Τα θέματα που αφορούν την ελληνική δραματουργία απασχολούν κατά κόρον την κριτική, και συνιστούν σημαντικό δείκτη του επιπέδου της. Ειδικότερα, τα θεατρικά είδη και η συνύπαρξη παραδοσιακών και σύγχρονων τάσεων είναι τα κομβικά σημεία του κριτικού διαλόγου. Ενδεικτικά αναφέρουμε την αρχαία τραγωδία και κωμωδία, αρχαιόμυθα και αρχαιόθεμα έργα, το Κρητοεπτανησιακό θέατρο, το αστικό δράμα, το ποιητικό θέατρο, το ιστορικό δράμα και άλλα δραματικά είδη.
Ο δεύτερος τόμος της μελέτης της ξεκινά με το ξένο ρεπερτόριο και την αναλυτική εξέταση του θέματος της πρόσληψης των ξένων δραματουργιών, ρευμάτων και θεατρικών σκηνικών κατακτήσεων αναφερόμενοι χωριστά στις διάφορες χώρες. Συγκεκριμένα αναφέρεται στο γαλλόφωνο και αγγλόφωνο θέατρο, στο θέατρο της Κεντρικής Ευρώπης, της Ρωσίας, Ιταλίας και Ισπανίας, το σκανδιναβικό, βαλκανικό και αμερικάνικο θέατρο και στο θέατρο της Ανατολής.
Το δεύτερο μέρος αναφέρεται κυρίως στον κριτικό διάλογο, όπως αυτός εκδηλώνεται και ενδυναμώνεται με αφορμή σημαντικά θέματα της επικαιρότητας, όπως η ίδρυση και η λειτουργία κρατικής σκηνής, ο θεσμός των θεατρικών διαγωνισμών, το μουσικό θέατρο, η επίσκεψη ξένων θιάσων, το ιδεολόγημα της παρακμής.
Τέλος, στο τρίτο και τελευταίο μέρος της μελέτης, ο στόχος της συγγραφέως γίνεται ξεκάθαρος. Ορίζει την κριτική ως πνευματική λειτουργία, αφού πρώτα την εντάσσει στο ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό και πολιτιστικό γίγνεσθαι του Μεσοπολέμου.
Συγκεκριμένα επιχειρεί να καθορίσει το πεδίο των προσδοκιών των εκπροσώπων της, του κοινού και των υπόλοιπων θεατρικών παραγόντων και τους όρους υπό τους οποίους διεξαγόταν η διαδικασία αυτή. Οι συχνές αντιφάσεις και οι εντάσεις, τόσο στο λόγο όσο και στην κριτική πράξη, οριοθετούν έναν ευρύτατο χώρο εντός του οποίου αναπτύσσεται ο κριτικός διάλογος. Ιδιαίτερα γόνιμος την μεσοπολεμική περίοδο ο διάλογος αυτός, μας επιτρέπει να μιλάμε για θεωρία της θεατρικής κριτικής.
Η διδακτορική διατριβή της Βαρβάρας Γεωργοπούλου δεν έρχεται απλώς να καλύψει κάποιο κενό στην ομολογουμένως ελλιπή ελληνική βιβλιογραφία. Βάζει «γερά» θεμέλια ώστε να ξεκινήσει η διαδικασία αναζωπύρωσης του ενδιαφέροντος για σημαντικά ερωτήματα γύρω από το θέατρο, τις τάσεις και τις πρακτικές του. Η ερευνήτρια στρέφεται προς το παρελθόν για να αποκρυπτογραφήσει μια, κατά πολλούς, «σκοτεινή» περίοδο στην ιστορία της νεοελληνικής θεατρικής κριτικής. Γι’ αυτό και η μελέτη της είναι τεκμηριωμένη, με βάση τον σχετικό ημερήσιο και περιοδικό Τύπο, αλλά και εμπλουτισμένη με σημαντικές πληροφορίες, άγνωστες μέχρι τώρα, παραθέματα και βιβλιογραφικές παραπομπές. Η απόπειρά της αυτή, να θελήσει να μελετήσει τη συγκεκριμένη περίοδο του Μεσοπολέμου, εξηγείται από το γεγονός ότι τότε άνθησαν και αναπτύχθηκαν τόσο η κριτική θεάτρου όσο και ο πιο σοβαρός προβληματισμός γι’ αυτήν, τη στιγμή που η «υψηλή» δραματουργία παρουσίαζε κάμψη. Περίοδος των έντονων αντιθέσεων ο Μεσοπόλεμος, γι’ αυτό και προσοδοφόρα για μελέτη και ερμηνεία.
Το παρελθόν γίνεται ο γνώμονας για να κατανοήσουμε τις τάσεις της εποχής εκείνης, να τις συγκρίνουμε με τις παρούσες, να σημειώσουμε ομοιότητες και διαφορές και να καταλάβουμε το δικό μας παρόν. Τα ίδια τα γεγονότα συμβαίνουν και χάνονται με το πέρασμα των χρόνων, όμως οι μαρτυρίες γι’ αυτά παραμένουν, όπως και οι δικές μας ερμηνείες για την κατανόηση του παρόντος. Όλα αυτά συμπεριλαμβάνονται στις συλλογές των θεατρικών κριτικών. Αυτή είναι η ιστορία μας και οφείλουμε να τη διαφυλάξουμε. Γι’ αυτό το λόγο και η ερευνήτρια αναφέρεται σ’ αυτή την περίοδο, για να υποδηλώσει τη σημαντικότητα της διάσωσης των θεατρικών κριτικών.
Επιπλέον όμως, η κριτική θεάτρου είναι κι ένα αναπόσπαστο τμήμα της παράστασης, με διττό στόχο. Μιλά για την παράσταση στην οποία ανήκει, γι’ αυτό άλλωστε και υπογραμμίζουμε τον υποκειμενικό της χαρακτήρα, αλλά και καταφέρνει να «βγαίνει» έξω από αυτήν και να καταγράφει τα κριτικά της στοιχεία.
Υπάρχει, τέλος, κι ένας τρίτος λόγος για τον οποίο πρέπει να διασώζονται οι κριτικές θεάτρου: εκτός από το γεγονός ότι μια θεατρική κριτική αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη παράσταση, σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο, απεικονίζοντας έτσι τη γενικότερη εικόνα της δεδομένης ιστορικής στιγμής, αξίζει να παρατηρήσουμε και τη συμμετοχή της στη διαμόρφωση τάσεων αλλά και στάσεων, ιδεολογικού, αισθητικού και κοινωνικού περιεχομένου. Μια θεατρική κριτική μπορεί να επηρεάσει σημαντικά, να προβληματίσει αλλά και να δημιουργήσει.