Η προσπάθεια να διατυπωθεί μια κριτική προσέγγιση στο έργο του Heinz-Uwe Haus «Αρχειοθετημένη αποσύνθεση εξ αποστάσεως ή των δολοφόνων του ύπνου ο μαύρος ήλιος» «Decomposition At A Distance On The Record or Sleep‘s Murderer Black Sun» , θέτει προκαταρκτικά ερωτήματα και προϋποθέτει απαντήσεις σε θέματα σύγχρονης θεωρίας των κειμένων και διάκρισης των λογοτεχνικών ειδών, όπως αυτά εκφράζονται μέσα στο πλαίσιο του σύγχρονου μεταμοντερνισμού, με την αποδόμηση του λόγου, την αυτονομία της γραφής και την αντίστοιχη μετατόπιση του κέντρου βάρους από το δημιουργό και το έργο του στον αποδέκτη (θεατή/αναγνώστη) και τις διαδικασίες της πρόσληψης. Παράλληλα προκύπτει το θέμα της διακειμενικότητας, της εγγραφής δηλαδή του λογοτεχνικού έργου σε ευρύτερο πολιτισμικό περιβάλλον και το διάλογο που συνειδητά ή μη αναπτύσσει ο συγγραφέας δι’ αυτού με άλλα κείμενα προγενέστερων εποχών, που φανερά ή λανθανόντως εμπεριέχονται στο δικό του και ανιχνεύονται από τον αποδέκτη κατά τη διαδικασία της ανάγνωσης ή θέασής του. Γιατί, όπως προκύπτει ήδη από τον τίτλο του, πρόδηλες είναι οι μπρεχτικές καταβολές και αφετηρίες της γραφής, ενώ ως προς την αφηγηματική σύνταξη και δομή (πολύ περισσότερο βέβαια στο περιεχόμενο και το στόχο) το ύφος του θεατρικού λόγου που αξιοποιεί ιδιαίτερα ο Heiner Müller, είναι επίσης αναγνωρίσιμο. Εκεί όμως που οι διακειμενικές καταβολές και ο εμπρόθετος διάλογος με το πολιτιστικό παρελθόν είναι αναντίρρητος, είναι η χρήση των ονομάτων στα δρώντα πρόσωπα, οι ιδιότητες που αυτά διαθέτουν ή αντιπροσωπεύουν, άμεσα συνδεδεμένες με τον Ιταλό φιλόσοφο, θεολόγο και ποιητή Tommaso Campanella και το εμβληματικό έργο του «La città del Sole»/«Civitas Solis) 1602/1613-14 και του Γαργαντούα (La vie de Gargantua et de Pantagruel» ομώνυμο ήρωα του έργου του Francois Rabelais (16ος αι.).
Το κείμενο του Heinz-Uwe Haus, αν και αποτελεί καταγραφή προσωπικών εμπειριών, που μεταγράφονται λογοτεχνικά μέσω της περιπέτειας της γραφής, αναξαρτητοποιείται από κάθε υποκειμενισμό και μετατρέπεται σε μαρτυρία ενός πνευματικού ανθρώπου που βίωσε τις δραματικές συνέπειες κάποιων ιστορικών δεδομένων που στιγμάτισαν την πολιτιστική και πολιτική φυσιογνωμία της χώρας του (Γερμανία) αλλά και ολόκληρης της σύγχρονης Ευρώπης. Στην προσπάθειά του αυτή, καταφεύγει στην πλούσια λογοτεχνική κληρονομιά του Δυτικού κόσμου και αντλεί στοιχεία ετερογενή και ασύμβατα ενδεχομένως μεταξύ τους, αλλά οργανικά συνδεδεμένα μέσα στο είδος της γραφής που επιλέγει. Ο ουτοπικός κόσμος της «Πολιτείας του ήλιου» αποτελεί το ειρωνικό πρότυπο του «θαυμαστού καινούριου κόσμου» που είχε επαγγελθεί το κομμουνιστικό καθεστώς της χώρας του, ενώ ο Γαργαντούας και η έννοια που έχει καθιερωθεί στη λογοτεχνία ως «Παντακρουελισμός» αντιπροσωπεύει το προϊόν αυτής της δημιουργίας του «νέου ανθρώπου». Πίσω απ’ αυτά και διακριτικά με σεβασμό αλλά και κριτική διάθεση, κάπου προβάλλουν σκέψεις του Μπρεχτ για το νέο κόσμο που πρόκειται να δημιουργηθεί με την επικράτηση του κομμουνισμού και την ανάληψη ευθυνών γι’ αυτό το στόχο από μέρους των διανοουμένων.
Τα πρόσωπα του έργου, ανεξαρτήτως του αν και κατά πόσο είναι επώνυμοι πρωταγωνιστές σε κάποια ιστορικά περιστατικά, γνωστά στο συγγραφέα, αποτελούν παράγωγα της Ιστορίας την οποία βιώνουν και στην οποία ανήκουν. Η Ιστορία τα έχει μετατρέψει σε ρόλους που ζουν τον τρόμο και την αθλιότητα της καθημερινότητάς τους, ενώ ταυτόχρονα αποτελούν μαριονέτες που ανίσχυρες κινούνται σύμφωνα με προκαθορισμένες κινήσεις.Η σχέση άνδρα-γυναίκας οδηγείται σε μια ανελέητη ταπείνωση, στερώντας της κάθε στοιχείο ανθρωπιάς και αξίας. Ο έρωτας, μετατρέπεται σε μια βιολογική καθαρά ενέργεια και το σεξ γίνεται κούφιο κέλυφος της λαγνείας.
Το θέμα που πραγματεύεται ο συγγραφέας είναι η «τύχη» της κομμουνιστικής ουτοπίας, όπως αυτή κατέληξε να εφαρμόζεται σ’ ένα καθεστώς που υποσχόταν την αλλαγή του κόσμου και τη δημιουργία ενός «νέου είδους ανθρώπου». Ενός ανθρώπου χωρίς θεό, χωρίς μεταφυσικές ενοχές, δημιούργημα αποκλειστικά και μόνο γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων που διαμορφώνονται και χειραγωγούνται με βάση ιδεολογικά και όχι ανθρώπινα δεδομένα.
Αντ’ αυτού το αποτέλεσμα που προέκυψε ήταν ένας σκοτεινός, εφιαλτικός κόσμος, οργουελικού τύπου, ένας κόσμος χωρίς ήλιο, ή μάλλον με «μαύρο ήλιο», σε αντιπαράθεση προς την «Πολιτεία του Ήλιου» με την οποία διαλέγεται ο συγγραφέας.
Σ’ αυτές τις συνθήκες υποχρεώθηκε να ζει ένα μεγάλο μέρος των σύγχρονων ευρωπαίων, που χωριζόταν από τους «άλλους» με ένα τείχος για τη «δήθεν» προστασία όσων βρισκόταν εγκλωβισμένοι σ’ αυτό. Ταυτότητα και ετερότητα, μοίρα και ελευθερία, αποκτούν ένα διαφορετικό περιεχόμενο σ’ αυτές τις συνθήκες.
Αυτή είναι η «εποχή των λύκων» που αναφέρεται ως κειμενικά εγγεγραμμένος, αλλά και ιστορικά προσδιορισμένος χρόνος, με σαφή χρονολογικά ορόσημα την 8η Μαΐου 1945, όταν ο ρωσικός στρατός καταλαμβάνει το τμήμα του Βερολίνου, που αργότερα θα ονομαστεί «Ανατολικό» και την 9η Νοεμβρίου 1989, όταν οριστικά γκρεμίζεται το τείχος που φυσικά και ιδεολογικά χώριζε τη Γερμανία (αλλά και ολόκληρο τον κόσμο) σε «Ανατολικό» και «Δυτικό».
Ο «νέος άνθρωπος» ή αλλιώς ο «καινούριος», ο «ιδανικός» γεμάτος δύναμη και ενθουσιασμό που αντλούσε από την επαναστατική του ιδεολογία και την τυφλή εμπιστοσύνη στο κόμμα που τόσο έντονα ύμνησε ο Μπρεχτ στα ποιήματά του (ιδιαίτερα στο «Εγκώμιο στο κόμμα» / «Lob der Partei» (1931) αποτελεί το κορυφαίο αποτέλεσμα αυτής της ιστορικής διαδικασίας (process).
Οι απόψεις του Campanella για κοινοκτημοσύνη στις γυναίκες μέσα στην ουτοπική της σύλληψη, έρχεται να καταδείξει το παράδοξο και ανυπόστατο της θεωρίας αυτής που πίστεψε ότι η ουτοπία μπορούσε να γίνει πραγματικότητα.
Το αποτέλεσμα; Μετατροπή του ανθρώπου σε «Γαργαντούα», σε άνθρωπο-ρομπότ που αρκείται στην εκπλήρωση των βιολογικών του και μόνο αναγκών, ή ακόμα σε απρόσωπους ελεγκτικούς μηχανισμούς του συστήματος (ανώνυμοι πληροφοριοδότες) που αντιπροσωπεύουν το μοναδικό νέο ανθρώπινο είδος που γεννήθηκε και επιβίωσε κατά τη διάρκεια του κομμουνιστικού καθεστώτος.
Για το έργο του Heinz-Uwe Haus μπορεί εξίσου να ισχύσουν εν μέρει τα όσα ο W. Benjamin διατύπωσε για την ποίηση του B. Brecht, ότι δηλαδή «έχει πρώτα ένα παιδαγωγικό αποτέλεσμα, στη συνέχεια ένα πολιτικό αποτέλεσμα και στο τέλος ένα λογοτεχνικό αποτέλεσμα». Γιατί το συγκεκριμένο κείμενο είναι καθαρά πολιτικό και φιλοσοφικό, στοχασμός πάνω στη μοίρα του ανθρώπου (η χρήση της αρχαιοελληνικής λέξης «δύσμωρον» στο πρωτότυπο γερμανικό δεν είναι τυχαία, όπως επίσης και το είδος έργου στο οποίο ο συγγραφέας το κατατάσσει ως «τριωδία ή χορικό για τρεις».
Αν και ο λόγος του είναι ποιητικός, με εναλλαγές ανάμεσα στο λυρισμό και το ρεαλισμό, με έντονα αφηγηματική δομή επικού τύπου, που διακόπτεται από γενικές προτάσεις φιλοσοφικού περιεχομένου, ουσιαστικά πρόκειται για δραματικό κείμενο προορισμένο να παρασταθεί, όπως καταδείχνει ο σαφής προσδιορισμός των παραμέτρων του χώρου και του χρόνου, των τριών δρώντων προσώπων, αλλά και η διάκριση σε έξι αυτοτελείς ενότητες/σκηνές/εικόνες, εκ των οποίων η πρώτη επέχει θέση προλόγου και η τελευταία επιλόγου. Τα τρία δρώντα πρόσωπα (ποιητής, Tomaso, Γαργαντούας) ως υποκριτές σε αρχαία τραγωδία αποτελούν φορείς της δράσης, χωρίς σαφή και διακριτή θέση σ΄ αυτή, αφού η αφηγηματική δομή είναι αποσυνδεδεμένη από τους ήρωες στους οποίους αναφέρονται και οι οποίοι την εκφράζουν σκηνικά. Αυτό ακριβώς είναι το στοιχείο της νεοτερικότητας που αποσυνδέει το θεατρικό λόγο του συγγραφέα από την παραδοσιακή διαχείριση παρόμοιων θεμάτων και τον εντάσσει στη μεταμοντέρνα γραφή που ξεκινά με παρόμοια θεματική και ποιητική με τον Heiner Müller και το «Υλικό της Μήδειας. Τοπίο με Αργοναύτες» (1982-83), αλλά και το «Mauzer» (1970-75) με το οποίο, λόγω του θέματος, μπορεί να διαπιστωθούν περισσότερες συγγένειες. Η γραφή του Heinz-Uwe Haus δομείται θεατρικά όπως αυτή του Heiner Müller, βασιζόμενη περισσότερο στη λογική αλληλουχία των δεδομένων που παραθέτει, παρά στην κλασική αφηγηματική τεχνική του δράματος, ενώ στο θέατρο εμφανίζεται όπως και στον Müller ως ένα βήμα διαλόγου με την ιστορία και το παρελθόν. Αυτός όμως που ρίχνει πολυδιάστατα τη σκιά του στο συγκεκριμένο κείμενο είναι ο B. Brecht, ο λόγος, το ύφος και η δομή των κειμένων του οποίου (κυρίως ποιητικών) είναι ανιχνεύσιμα στο έργο του Heinz-Uwe Haus. Ξεκινώντας από τον ίδιο τον τίτλο, που χωρίς να έχει εμφανείς μορφολογικές ομοιότητες, όμως λόγω της ιστορικότητας στην αντιμετώπιση του θέματος από το δημιουργό mutatis mutandis θυμίζει το «Καθώς οι πολιτείες μας ερείπια είχαν γίνει» / «Als unsere Städte in Schutt lagen» (1948), μπορούμε να φτάσουμε στο ύφος με την τραγική ειρωνία και το πικρόχολο χιούμορ, που θυμίζει το «Η παρέλαση του παλιού καινούριου» / «Parade des alten Neuen» (1938) και να καταλήξουμε στο θέμα με αντιστοιχίες προς το το «Διά την παρακμή του έρωτα» / «Über den Verfall der Liebe» (1938).
Με όλες αυτές τις επιμέρους κριτικές παρατηρήσεις που προηγήθηκαν, γίνεται φανερό ότι το περιορισμένο σε έκταση αλλά μεστό σε νοήματα έργο του Heinz-Uwe Haus που παρουσιάσαμε, συνιστά ένα εξαιρετικό δείγμα σύγχρονης θεατρικής γραφής με πολλές αρετές.
Θόδωρος Γραμματάς
Καθηγητής Θεατρολογίας
Πανεπιστήμιο Αθηνών