Β΄ΜΕΡΟΣ
της Καίτης Διαμαντάκου-Αγάθου
Θεματικοί κύκλοι της νεοελληνικής θεατρικής παρωδίας
Οι προσφιλέστεροι στόχοι της θεατρικής παρωδίας ως «επίσκεψης», με κριτική απόσταση, ενός αναγνωρίσιμου προτύπου, δεν είναι άλλοι από τα μυθικά θέματα και πρόσωπα του αρχαίου ελληνικού παρελθόντος, που έρχονται συνήθως τώρα να προσγειωθούν από τα νεφελώδη ύψη τους στην πεζή πραγματικότητα της νεότερης Ελλάδας, η οποία, μέσα από την κωμική απομυθοποίησή τους, φαίνεται να αναζητά μία άλλη «εναλλακτική δίοδο νοηματοδότησης του παρόντος και διερεύνησης της διαχρονικότητας του ελληνικού πολιτισμού»[1]. Στα ίχνη της πληθώρας των αρχαίων «μυθο-παρωδιών», που είδαμε να ανθούν στον ελληνικό και ελληνόφωνο κόσμο από τις αρχές τουλάχιστον του 5ου αι. π.Χ., οι περισσότερες νεοελληνικές παρωδίες αντλούν έτσι τη θεματική τους κατ’ αρχάς από την ελληνική αρχαιότητα, εκπροσωπούμενη κατά πρώτο και κύριο λόγο από τη μυθολογία, με ιδιαίτερη προτίμηση στις ζουμερές ιστορίες του ολυμπιακού δωδεκάθεου και στην οδυσσεϊκή περιπλάνηση, ακολούθως από ένα σύνθετο κράμα ιστορίας και μύθου, αρχαίου παρελθόντος και νεώτερου ή σύγχρονου παρόντος και, τέλος, από την αρχαία ελληνική έως και ρωμαϊκή ιστορία.
- Αγαπίου Χαπίπη (;) Η κωμωδία του μήλου της έριδος (1826)[2]·
- Δημητρίου Παπαρρηγόπουλου Αγορά (1871)·
- Παναγιώτη Ζάνου Το μήλον της έριδος (1883), Οι Μνηστήρες της Πηνελόπης και η επάνοδος του Οδυσσέως (1884) και Ανδρομέδα και Περσεύς (1902)·
- Σπυρίδωνος Βασιλειάδη Διός έρωτες: Σεμέλη (1872), Χίμαιρα (1873) και το ημιτελές Γαλάτεια και Πολύφημος (1875)·
- Αλεξάνδρου Ρίζου Ραγκαβή Διός επίσκεψις (1874)·
- Κωνσταντίνου Γ. Ξένου Η περί όνου σκιάς δίκη (1877;)·
- Πέτρου Λαζαρίδη Αρχαίοι και σύγχρονοι Αθηναίοι (1888)·
- κληρικού Ιλαρίωνος Ο Ζευς Μωάμεθ ή Έβρεξε παρά τον Βόσπορον (1888)·
- Πολύβιου Δημητρακόπουλου Από τη γη’ ς τον ουρανό ή Ηφαίστου Έρως (1903)·
- Ανδρέου Δ. Νικολάρα Παναθήναια (1903)·
- Νικολάου Λάσκαρη Ο Μίδας και ο κουρεύς του (1905)·
- Σωτήρη Σκίπη Οι τσιγγανόθεοι (1910)·
- Τίμου Μωραϊτίνη Η επιστροφή των θεών (έκδ. χ.χ., παράσταση το 1922)·
- Γ. Ξενόπουλου Ο θείος όνειρος (1932*)·
- Αλέκου Σακελλάριου-Χρήστου Γιαννακόπουλου Τρωικός Πόλεμος (1948*)·
- Κύπρου Χρυσάνθη Θεομαχίες (1951) και Τα γενέθλια του Δία (1973-74)·
- Μανώλη Σκουλούδη Οδύσσεια (1961)·
- Σταύρου Μελισσηνού Ζώνη ασφαλείας (1961) και Η …περικαυκαλαία του Οδυσσέα (1961)·
- Δημήτρη Χριστοδούλου Ξενοδοχείον η Κίρκη (1966)·
- Γ. Χαραλαμπίδη Οι τριακόσιοι της Πηνελόπης (1970*)·
- Χρήστου Σαμουηλίδη Ο Μίδας και το χρυσάφι (1978)·
- Κώστα Σωκράτους Η Πηνελόπη και οι Μνηστήρες (1984)·
- Στέλιου Σωτηρίου, SOS Οι δώδεκα θεοί μεταξύ μας (χ.χ.)·
- Ιάκωβου Καμπανέλλη Οδυσσέα γύρισε σπίτι (1966)*, Ο μπαμπάς ο πόλεμος (1979)*, Η τελευταία πράξη (1998) και Μια κωμωδία (1998)·
- Γιώργου Σκούρτη Η δίκη του Ορφέα και της Ευρυδίκης (1980) και Η κωμωδία του βασιλιά Ιουγούρθα (1979)[3]·
- Ανδρέα Στάικου Δαίδαλος (1990*) και Το μικρό δαχτυλάκι της Ολυμπιάδος (1992)[4]·
- Νίκου Καλογερόπουλου Οι κυνικοί ξανάρχονται (2003).
Ας σημειωθεί ότι στην παραπάνω ομάδα συμπεριλαμβάνονται εκείνα τα έργα που εμπνέονται από μορφές, συμπεριφορές, πρακτικές, επεισόδια ή συμβάντα, που μας έχει παραδώσει η αρχαιοελληνική μυθολογία και, κατά δεύτερο λόγο, η αρχαιοελληνική ή και ρωμαϊκή ιστορία, χωρίς να είναι πάντα γνωστή ή εύληπτη η συγκεκριμένη πηγή έμπνευσης του συγγραφέα. Έτσι, αν στην περίπτωση της κωμωδίας Ο μπαμπάς ο πόλεμος ο ίδιος ο Ιάκωβος Καμπανέλλης μάς πληροφορεί ότι το ερέθισμα για τη συγγραφή το άντλησε από την ανάγνωση της ιστορίας του Παπαρρηγόπουλου και πιο συγκεκριμένα από τη διασκεδαστική ανάγνωση της πολιορκίας της Ρόδου από τον Δημήτριο τον Πολιορκητή το 305 π.Χ.[5], στην περίπτωση της κωμωδίας Οδυσσέα γύρισε σπίτι το διακειμενικό υπόστρωμα –μυθικό, ομηρικό, καβαφικό κ.ά.— είναι μάλλον πολύ πιο σύνθετο και δυσεξιχνίαστο[6]. Στην περίπτωση πάλι του Μια Κωμωδία, οι αναμνήσεις από τον «κατάπλου του Διονύσου στους Βατράχους και την ουτοπική πολιτεία της Νεφελοκοκκυγίας στους ΄Ορνιθες»διασταυρώνουν τα διακειμενικά ξίφη τους τουλάχιστον με τους νεκρικούς και άλλους διαλόγους του Λουκιανού[7], ενώ στον «Επίλογο» του Οι Κυνικοί ξανάρχονται ο συγγραφέας ομολογεί αυτοπροσώπως τις οφειλές του: «ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ επίσης τον φίλο του προπάπππου μου, τον ΛΟΥΚΙΑΝΟ, τον φωτογράφο απ’ την Συρία, που μου έδωσε το πρώτο υλικό και τον προππάπο μου ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ, τον Αριστοφάνη, για τον ‘σουγιά του’, και τον ΜΑΡΚΟ και τον ΤΣΙΤΣΑΝΗ και τον ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ και τον ΖΑΜΠΕΤΑ και τον ΣΟΥΤΣΟ και τον ΣΟΥΡΗ και τον ΤΣΙΦΟΡΟ και τον ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟ και τον ΑΣΙΜΟ και όλους που μου μίλησαν»[8]. Ας σημειωθεί επίσης ότι η κωμικο-κριτική επικέντρωση σε ένα ορισμένο μυθικό ή ιστορικό αντικείμενο, που διακρίνει την παραπάνω κατηγορία νεοελληνικών έργων, δεν αποκλείει την ταυτόχρονη «διείσδυση» υπερκειμενικών συσχετίσεων με ορισμένα άλλα υποκείμενα πρότυπα που ενδέχεται να παρεισφρέουν περιστασιακά στη δραματική ροή, εμπλουτίζοντας το ερμηνευτικό της αποτέλεσμα: Έτσι, το «δραμάτιον» Διός επίσκεψις του Αλεξάνδρου Ρίζου Ραγκαβή (1874) –αυτό το «παράδοξο κράμα εθνισμού και χριστιανισμού, παρωδίας και ποιήσεως, αλληγορίας και σάτυρας, αισθήματος και φαντασμαγορίας, ανομοιοκατάληκτων ιάμβων και πλουσιοτάτων ομοιοκαταληξιών», κατά τον Κωστή Παλαμά[9]– διαπλέκεται μεν με βασικό άξονα την ευαισθησία του ολύμπιου Δία προς το ωραίο φύλο, ωστόσο στο καταληκτήριο μέρος του, εγκαταλείποντας την εύθυμη μίμηση της ελληνικής αρχαιότητας κατά το πρότυπο του Όφφενμπαχ και περνώντας στην «παιχνιδιάρικη αντιγραφή της υψηλής ευρωπαϊκής λογοτεχνίας», εμπερικλείει μία «ολίγον μικροσκοπική παρωδία του Φάουστ» του Γκαίτε[10]. Έναν αιώνα περίπου αργότερα, στον Δαίδαλο του Ανδρέα Στάικου (γρ. 1971), πέρα από τον κυρίαρχο μετεωρισμό του αρχαίου μύθου της παραμονής του Δαιδάλου στο παλάτι του Μίνωα, υπάρχουν δύο τουλάχιστον σκηνές από σαιξπηρικές τραγωδίες (Άμλετ, Ρωμαίος και Ιουλιέτα) που «πρέπει να λειτουργήσουν ως προϋποτιθέμενα στο θεατή προκειμένου να απολαύσει την εδώ ανατροπή τους, γεγονός που αποτελεί την πηγή της επιδιωκόμενης κωμικής κατάστασης»[11].
Μια δεύτερη ομάδα δειγμάτων παρωδιακής γραφής συνθέτουν εκείνα τα νεοελληνικά θεατρικά κείμενα που αναπτύσσουν διακειμενικό διάλογο, είτε σε όλη την έκτασή τους είτε σε συγκεκριμένες ακολουθίες τους, με συγκεκριμένα διασωθέντα θεατρικά κείμενα της ελληνικής αρχαιότητας, κατ’ εξοχήν προερχόμενα από το χώρο της τραγωδίας του 5ου αιώνα.
- Κόκκου Ταχιτζή Ιφιγένεια εν Αυλίδι (Belvedere), «πρωτότυπη παρωδία, πολύ έξυπνη και γραμμένη με λεπτή σάτιρα», σύμφωνα με κριτικό της παράστασης του 1922[12]·
- Είκοσι χρόνια αργότερα, η ευριπίδεια δραματουργία υποφώσκει στην Ιφιγένεια εν Μαύροις του Δημήτρη Ψαθά, «παρωδία» η οποία ανεβάστηκε κανονικά (Φεβρουάριος 1942) σαν αρχαία τραγωδία με χορό και μουσική υπόκρουση, με «έξοχα παρωδιακά χορικά (ρυθμικές μιμήσεις των παραστάσεων του Εθνικού)»[13]·
- Στην «κωμωδία πάνω σ’ ένα τραγικό θέμα» Το Προξενιό της Αντιγόνης του Βασίλη Ζιώγα (1958), εμφιλοχωρεί, ήδη από τον τίτλο, η σοφόκλεια Αντιγόνη, σε μια «burlesque κούρσα εκπλήξεων και ευρημάτων, που παρωδεί ολόκληρη την παραδοσιακή δραματουργία ως και το γαλλικό βουλεβάρτο» και ταυτόχρονα συμφύρει «διάφορες πραγματικότητες, μυθικές και ρεαλιστικές, που προέρχονται από διάφορες ελληνικές παραδόσεις» και «από διάφορες ζώνες του πολιτισμού, ακόμα και από προϊστορικά βάθη»[14].
- Στα πρόσωπα του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας εστιάζει ο «φλύαξ» Η καλή μου Μάνα η Κλυταιμνήστρα του Βασίλη Ζιώγα (γράφτηκε το 1960 και δεν παρουσιάστηκε στη σκηνή), που «αποτελεί μιαν απομυθοποιητική μεταγραφή της Ιφιγένειας εν Αυλίδι»[15] και όπου «η παρωδία, η σάτιρα, ακόμη και οι κωμικές καταστάσεις δίνουν τον ιδιαίτερο τόνο στο κείμενο», το οποίο, παρά ταύτα, δεν χάνει το «φιλοσοφικό» κατά βάση προσανατολισμό του[16].
- Στο στρατόπεδο της Αυλίδας και στους συσχετισμούς δυνάμεων μεταξύ των Αχαιών στρατηγών, πριν από την τρωϊκή εκστρατεία και την επικείμενη θυσία της Ιφιγένειας, κινείται –με εξαιρετική αθυροστομία– η «αυστηρά ακατάλληλη» κωμωδία Η … περικαυκαλαία του Οδυσσέα του Σταύρου Μελισσηνού (1961)[17]·
- Η «κωμωδία φλυάκων» του Βασίλη Ζιώγα Οι Κάφροι ή Η αληθινή ιστορία του Μενελάου και της Ελένης (περ. 1962) αναπλάθει, με έκδηλη συνείδηση του προτύπου, την «ευριπίδεια εκδοχή του μύθου της Ελένης, σύμφωνα με τον οποίο η ωραία Τυνδαρίδα βρέθηκε στην Αίγυπτο και όχι στην Τροία»[18], εμβολιάζοντάς τη με στοιχεία από «την αριστοφανική κωμωδία, την παράδοση των λαϊκών δρωμένων, των μπουλουκιών και της επιθεώρησης»[19]·
- Το έργο Το ψέμα του Ιάσονα του Δημήτρη Χριστοδούλου (1959) αντλεί μεν την υπόθεσή του από τη γενικότερη μυθολογία του αργοναυτικού κύκλου, ωστόσο διακωμωδεί και ανατρέπει πρόσωπα και θέματα (ο γάμος του Ιάσονα με την Κρέουσα, ο ρόλος του Κρέοντα, η επικείμενη εκδίκηση της Μήδειας) κληροδοτημένα ειδικότερα από τη Μήδεια του Ευριπίδη[20]·
- Η τρίπρακτη «κωμωδία δυσάρεστη» Αστική μυθολογία ή Πασχαλινά Παιχνίδια του Βασίλη Ζιώγα (1964) επιδίδεται σε –δυσδιάκριτα και χαλαρά συνδεδεμένα μεταξύ τους– «διακειμενικά παιχνίδια» με τον Ορέστη και το θέμα της μητροκτονίας, χωρίς να «αποκλείεται τα Πασχαλινά Παιχνίδια να είναι ένα συνονθύλευμα διαφόρων άλλων έργων που έχουν μείνει ανέκδοτα», με το συγγραφέα να «στήνει έναν μπερδεμένο αυτοβιογραφικό λαβύρινθο, που λειτουργεί για τον ίδιο ως ένα αρχείο ή μια δεξαμενή των μοτίβων και θεμάτων της πρώιμης φάσης των έργων του, και ως μια βάση για το ξεκίνημα της μεσαίας περιόδου της δημιουργίας του»[21].
- Τα όπλα του Αχιλλέα επίσης του Δημήτρη Χριστοδούλου (1977)[22], ένα κράμα της ομηρικής Ιλιάδας, του σοφόκλειου Αίαντα και των τραγωδιών του μυκηναϊκού κύκλου είναι «μια κωμωδία υποδειγματική που ευχαρίστως θα την υπέγραφε και ο Αριστοφάνης!», όπως αναφέρει με ενθουσιασμό ο Μποστ στον «Πανηγυρικό» για τις 150 παραστάσεις του έργου[23]·
- Το έργο Γωνία ποτάμι και γέφυρα του Δημήτρη Χριστοδούλου (1979) –παρ’ όλη την απομάκρυνσή του από τα μυθολογικά δεδομένα
σε μια προσπάθεια να παρουσιάσει τους ήρωές του έρμαια ενός παράλογου αδιεξόδου»— δεν παύει να παραπέμπει στον Οιδίποδα Τύραννο του Σοφοκλή (δολοφονία του Λάιου από τον Γιάννο, το περιστατικό με το αίνιγμα της Σφίγγας, γάμος του Γιάννου-Οιδίποδα με τη Νεοκάστη κ.ά.)[24]·
- Η Μήδεια του Μποστ (1993) διαστρέφει σπαρταριστά την ομώνυμη γνωστή τραγωδία του Ευριπίδη, συμπεριλαμβάνοντας μεταξύ των δραματικών προσώπων όχι μόνο τον ίδιο τον ποιητή Ευριπίδη (κατά το παράδειγμα των Θεσμοφοριαζουσών και των Βατράχων), αλλά και το σοφόκλειο ήρωα Οιδίποδα, «μοναδική φορά … που συναντώνται αυτά τα δύο πρόσωπα στη σκηνή σε όλη την ιστορία του παγκόσμιου θεάτρου», όπως «φαντάζεται» ο Θανάσης Παπαγεωργίου και πρώτος διδάξας τη Μήδεια του Μποστ[25]·
- Το έργο Ποια Ελένη; των Θανάση Παπαθανασίου και Μιχάλη Ρέππα (2004-2005), όπως «κάθε παρωδία […] αυθαιρετεί, κάνει άλματα, αλλοιώνει θεμελιώδη μοτίβα της παράδοσης και υπονομεύει με οίστρο το τραγικό και επικό ήθος»[26], σε μια διασκεδαστική και ανατρεπτική «contaminatio» της ομηρικής Ιλιάδας και μαζί της ευριπίδειας Ελένης.
- Η προσφάτως ανεβασμένη (2007) «κωμωδία» Τραγωδία εν κρανίω του Ερνέστου Βουτσίνου, μια τριπλή παρωδία της αισχύλειας Ορέστειας, του σοφόκλειου Οιδίποδος Τυράννου και της ευριπίδειας Μήδειας[27].
Ας σημειώσουμε επιπρόσθετα εδώ ότι, πέραν της αρχαίας τραγικής δραματουργίας, και μάλιστα της ευριπίδειας –που φαίνεται να εξακολουθεί, από τις αρχές του 20ού αιώνα και εξής, να προκαλεί κατά καιρούς την παρωδιακή διάθεση αρκετών σύγχρονων δημιουργών, αντίστοιχα όπως συνέβαινε με πολλούς «φιλευριπιδίζοντες» εκπροσώπους της Αρχαίας και κυρίως της Μέσης Κωμωδίας—, στις τελευταίες ειδικά δεκαετίες του 19ου αι. ορισμένοι Έλληνες λόγιοι αντλούν πρόσωπα, δομικά στοιχεία και θεματικά πρότυπα από διαφορετικές κωμωδίες του Αριστοφάνη, τις οποίες χρησιμοποιούν όχι ως στόχο «ενδοκειμενικής» παρωδιακής υπονόμευσης, αλλά κατ’ εξοχήν ως όχημα για τη σατιρική διακωμώδηση ορισμένων «εξωκειμενικών», σύγχρονων κοινωνικών και πολιτιστικών πρακτικών και, ταυτόχρονα, για την ηθοπλαστική χειραγώγηση του αναγνώστη/θεατή: η Γυναικοκρατία του Δημητρίου Βυζάντιου (1841), που μεταφέρει σχεδόν ατόφια τη δράση των Εκκλησιαζουσών από την αρχαία στη σύγχρονη Αθήνα, για να παρωδήσει σύγχρονες αρνητικές καταστάσεις· το Συνταγματικόν Σχολείον (1852) του Αλεξάνδρου Σούτσου, που συνδυάζει, μεταξύ άλλων, στοιχεία από τις Νεφέλες και τους Αχαρνής (πρβλ. τα πρόσωπα Στρεψιάδης, Αμφίθεος, Πρεσβυτατάρβας), για να ασκήσει κριτική σε όλα σχεδόν τα ζητήματα που απασχολούν την επικαιρότητα της εποχής· το μονόπρακτο Συζύγου Εκλογή του Δημητρίου Παπαρρηγόπουλου (1868), του οποίου ο κεντρικός ήρωας, ο Δήμος, νεοελληνική εκδοχή του αριστοφανικού Δήμου Πυκνίτη των Ιππέων, πολιορκείται από τρεις γυναικείες μορφές, προσωποποιήσεις των αντιπροσωπευτικών πολιτευμάτων της εποχής εκείνης, της Απόλυτης Μοναρχίας, της Συνταγματικής Μοναρχίας και της Δημοκρατίας· το έργο Ο πλουτήσας σκυτοτόμος του Αντωνίου Αντωνιάδη (1870), όπου πρωταγωνιστεί ο Νεοέλληνας Χρεμύλος, Τάσος Μέρμυγκας, ένας ταπεινός παπουτσής που μεταβάλλεται εν μία νυκτί σε βαθύπλουτο άρχοντα με τη βοήθεια ενός λαχείου και σπεύδει να μοιραστεί τους νέο-αποκτημένους θησαυρούς του «με αναξιοπαθούντες συμπολίτες του, με τους παραμελημένους από το Κράτος παλιούς αγωνιστές του 1821 και με τα θύματα της μεγάλης Κρητικής Επανάστασης των ημερών»· η Ανδρογυναικομαχία του Παναγιώτη Ζάνου (1871), όπου η πλοκή των Εκκλησιαζουσών «συρράπτεται» με εκείνη της Λυσιστράτης και των Θεσμοφοριαζουσών, με στόχο «τη φιλαρέσκεια και τη διάθεση των γυναικών για σπατάλη, το καταστροφικό τους πάθος για λούσα και για ευρωπαϊκές μόδες»[28]. Πρόκειται για έργα κατεξοχήν «φιλολογικού χαρακτήρα» και «ακαδημαϊκών αξιώσεων», τα οποία, σύμφωνα με το δομικό ταξινομητικό σχήμα των υπερκειμενικών σχέσων κατά Genette, θα εντάσσονταν μάλλον στην κατηγορία της «μίμησης» (imitation), σε ό,τι αφορά τη σχέση υπερκειμένου (hypertexte) και υποκειμένου (hypotexte), παρά σ’ αυτό καθαυτό το είδος της «παρωδίας» (parodie) και στη σχεσιακή κατηγορία της «μεταμόρφωσης» (transformation)[29].
Συνεχίζοντας με την προσπάθεια κατηγοριοποίησης των πολύτροπων εκφράσεων της παρωδιακής γραφής στο νεοελληνικό θέατρο, μια τελευταία ομάδα συγκροτούν ορισμένα θεατρικά κείμενα τα οποία παραπέμπουν ρητά –καθ’ ολοκληρίαν ή σε μεγάλη έκταση της κειμενικής τους δομής— σε έργα, συγγραφείς, σχολές και πρακτικές που διανοίγονται στο χώρο και το χρόνο της ευρωπαϊκής και νεώτερης ελληνικής –καλλιτεχνικής (θεατρικής, κινηματογραφικής, λογοτεχνικής κτλ.)— ιστορίας:
- Δημήτρη Ψαθά Η Γαλάζια Χελώνα ή Οι Σουρρεαλιστές (1942), «κωμικό σκετς» που επιδίδεται στη διακωμώδηση της μεγαλομανίας των «φιλολογόπληκτων» και της κενότητας των ψευδο-σουρεαλιστών[30]·
- Η «ιλαροτραγωδία» Φαύστα ή η απολεσθείς κόρη του Μποστ (1963), ήδη με βάση τον τίτλο της και τις εναρκτήριες σκηνικές οδηγίες της σχετικά με τη διαμόρφωση του σκηνικού χώρου («Σαλόνι αστικό του 1860, με φόντο δαντελλών, λαμπών και φωτογραφιών στους τοίχους και στα ράφια. Επίσης γλάστρες με φυτά» […] «Ύφος, παράστημα και πόζες της εποχής Βερναρδάκη»)[31] δρομολογεί την παρώδηση της ομότιτλης τραγωδίας του Δημητρίου Βερναρδάκη.
- Το Ημερολόγιο μιας χήρας επίσης του Μποστ (1972) παραπέμπει κατ’ αρχάς με τον τίτλο του στο Ημερολόγιο ενός τρελού του Γκόγκολ, που είχε παίξει με μεγάλη επιτυχία το 1963 ο Δημήτρης Χορν στο θέατρο (όπως άλλωστε δηλώνεται στην Α΄ Εικόνα της Α΄ Πράξης), ενώ στη Γ΄ Εικόνα της Α΄ Πράξης το «Ημερολόγιο μιας χήρας» θα συσχετιστεί από τον Παραγωγό και με το «Ημερολόγιο μιας καμαριέρας», γνωστό τίτλο της ταινίας του Λουί Μπουνιουέλ (Le Journal d’une Femme de Chambre, 1964), η οποία μεταγράφει, με έναν εντελώς πρωτότυπο και αμείλικτα δηκτικό για την αστική εξουσία τρόπο, το ομώνυμο μυθιστόρημα του Octave Mirbeaux και, ταυτόχρονα, παραπέμπει στην τελείως διαφορετικού ύφους και ρομαντικής αισθητικής ομότιτλη ταινία του Ζαν Ρενουάρ (The Diary of a Chambermaid, 1946). Πέραν των παραπάνω μεμονωμένων και περιστασιακών «παραθέσεων», που δεν συνιστούν σε καμία περίπτωση ένα σταθερό και εύληπτο, παρωδούμενο υπο-κείμενο πρότυπο αναφοράς, στη Β΄ Εικόνα της Α΄ Πράξης, όπου το σκηνικό είναι ένα «κινηματογραφικο στούντιο», διακωμωδείται η άφθονη παραγωγή ελληνικών ταινιών μιούζικαλ, λίγο πιο κάτω γίνονται σκωπτικές αναφορές στους υπερβολικούς χορούς των τραγικών φεστιβαλικών παραστάσεων, ενώ στη Δ΄ Εικόνα της Α΄ Πράξης στο κέντρο «Ξυπνήματα», η παρωδία θα απλώσει τα πλοκάμια της στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, με το διάσημο τραγουδιστή Τόλη Βρατσάνο (βλ. Βοσκόπουλο) να τραγουδά «ντυμένος εξεζητημένα κ’’έξαλλα […] περπατώντας σοβαρός και βαρύς στην πίστα»[32].
- Με πολύ σαφέστερες τις υπερ-κειμενικές διασυνδέσεις της, η Μαρία Πενταγιώτισσα του ίδιου συγγραφέα (1982) «παραποιεί» ευφάνταστα τις δημοφιλέστατες ακόμη μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’50 «ταινίες φουστανέλας», αναμιγνύοντας πρόσωπα και θεματικά μοτίβα από ορισμένες από αυτές, που είχαν σημειώσει τεράστια εμπορική επιτυχία, κατά τις διαδοχικές διασκευές τους και που, την εποχή συγγραφής του έργου, προβάλλονταν πλέον κατ’ επανάληψη στην τηλεόραση: Γκόλφω (1914, 1955), βασισμένη στο θεατρικό έργο του Σπυρίδωνος Περεσιάδη[33], Ο Αγαπητικός της Βοσκοπούλας (1932, 1955 δύο ριμέικ, 1956), ταινία βασισμένη στο έμμετρο ποιμενικό ειδύλλιο του Δημητρίου Κορομηλά, και φυσικά Μαρία Πενταγιώτισσα (1926, 1957), βασισμένη στο δημοτικό τραγούδι και τους θρύλους της εποχής του βασιλιά Όθωνα, έτσι όπως τους επεξεργάστηκε στο ομώνυμο έμμετρο δράμα του και ο Παύλος Νιρβάνας[34]. Και δεν έφταναν όλοι αυτοί οι κινηματογραφοφιλικοί απόηχοι, αλλά μετά τη σκηνή 9 το έργο ακολουθεί τελείως τη δική του εξωφρενική πορεία, σε μια παρωδιακή τώρα μεταγραφή της υπόθεσης αιμομιξίας από τον Οιδίποδα Τύραννο του Σοφοκλή[35].
- Ο Δον Κιχώτης σε νέες περιπέτειες του Βασίλη Ζιώγα (1993) αποτελεί ένα «ετερόκλητο κράμα από φαρσοκωμωδία, οπερέτα, σοβαρό δράμα, μυστήριο, τελετουργία και τραγωδία με τα χορικά», με το κλασικό ζεύγος της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας να αναπτύσσει τη δράση του μέσα σε ένα κβαντικό δωμάτιο ή κουτί του Schrödinger[36].
- Κλασικό δείγμα παρωδίας κατά Genette, με ένα «ευγενές» (noble) κείμενο να προσαρμόζεται σε μια «χυδαία» (vulgaire) δράση, πολύ διαφορετική από την αρχική, αλλά διατηρώντας μαζί της αρκετές αναλογίες ώστε να είναι διαρκώς εμφανής η παραλληλία μεταξύ των προτύπου και του επιφύτου κειμένου[37], αποτελεί το κύκνειο άσμα του Μποστ, Ρωμαίος και Ιουλιέτα, που γράφτηκε κατά παραγγελία του Θανάση Παπαγεωργίου και ανέβηκε το καλοκαίρι του 1995 στο Ηρώδειο, λίγους μήνες πριν από το θάνατο του συγγραφέα.
- Παρωδιακή σάτιρα των «ροζ ιστοριών» και του «μελό» γενικότερα αποτελεί το θεατρικό έργο των Λευτέρη Παπαδόπουλου και Ράιας Μουζενίδου Ο Γολγοθάς μιας ορφανής ανύπαντρης μητέρας, με τις έκδηλες εξαρχής, μέσω του τίτλου, παραπομπές στη μελοδραματική κινηματογραφική παραγωγή των δεκαετιών ’50 και ’60 (πρβλ. τις ταινίες «Ο γολγοθάς μιας αθώας», 1961· «Ο γολγοθάς μιας ορφανής», 1954· «Μητέρα στο βούρκο», 1953· «Αμάρτησα για το παιδί μου», 1950).
Η παραπάνω καταγραφή αφ’ ενός δεν είναι εξαντλητική και αφ’ ετέρου προτείνεται σε διαρκή αίρεση και αυτοαναίρεση προκειμένου να οροθετηθεί ακριβέστερα και σφαιρικότερα το παράδειγμα της νεολληνικής θεατρικής παρωδίας. Η καταγραφή αυτή περιορίζεται, όπως ήδη αναφέρθηκε, σε θεατρικά έργα τα οποία στο σύνολό τους παραπέμπουν με αρκετή σαφήνεια σε κάποιο/α υποκείμενο/α πρότυπο/α (μυθικό, ιστορικό, θεατρικό, λογοτεχνικό, κινηματογραφικό), του/των οποίου/ων έρχονται να ανατρέψουν συνειδητά τα πραξιακά, πραγματολογικά, υφολογικά και σημασιολογικά δεδομένα, στοχεύοντας κατ’ αρχήν στο κωμικό αποτέλεσμα και κατ’ επέκταση σε διαφορετικούς άλλους ενδοκειμενικούς ή εξωκειμενικούς στόχους (βλ. παρακάτω). Ωστόσο, ας επισημανθεί ιδιαίτερα εδώ το γεγονός ότι η προτεινόμενη αυτή κατηγορία της νεοελληνικής θεατρικής παρωδίας εφάπτεται, σε μεγάλη έκταση, μίας άλλης σημαντικής κατηγορίας υπερ-κειμενικότητας, της «διασκευής» ή «αντιμετάθεσης» (transposition) ενός προτύπου κειμένου σε νέα συμφραζόμενα: γλωσσικά (μετάφραση), μετρικά (μεταγραφή σε στίχο ή πεζό λόγο), ειδολογικά (μετατροπή σε άλλο είδος), ποσοτικά (συμπύκνωση, σύντμηση, επέκταση, διεύρυνση), πραγματολογικά (αλλαγή φύλου, κινήτρων, αξιών των προσώπων)[38]. Τα όρια ανάμεσα στην κωμική «μεταμόρφωση» που επιτελεί η παρωδία ενός κειμένου, και τη «μίμηση» στην οποία προβαίνει η αντιμετάθεση-διασκευή ενός κειμένου σε νέα μορφή, είναι συχνά δυσδιάκριτα και επισφαλή, ειδικά όταν η παρωδία δεν έχει πρωταρχικό στόχο την επιθετική γελοιογράφηση του υπο-κειμένου προτύπου της και ειδικά όταν η αντιμετάθεση-διασκευή ενός κειμένου σε νέα και διαφορετική –γλωσσική, μετρική, υφολογική, ειδολογική, πραγματολογική κ.ο.κ.— εκδοχή παίρνει αρκετές «ελευθερίες» απέναντι στο πρωτότυπο και έχει ευτράπελο έως έντονα κωμικό χαρακτήρα. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν την παραπάνω μεθοδολογική δυσκολία διάκρισης μεταξύ των συναφών και συμπληρωματικών όρων της υπερ-κειμενικότητας, παραθέτουμε στη συνέχεια ορισμένα κωμικά ή κωμικότροπα νεοελληνικά θεατρικά κείμενα, τα οποία «διασκευάζουν» –και το «δηλώνουν»— συγκεκριμένα υποκείμενα πρότυπα, χωρίς να είναι απολύτως σαφές πού σταματάει η «μίμηση» ή «απόδοση» και πού αρχίζει η «μεταμόρφωση» ή «παραποίηση» του υπο-κειμένου προτύπου:
- Γεωργίου Δροσίνη Το μήλον (1884), ένα έργο, «κατά μίμησιν του Théodore de Banville», που συνδέει μάλλον για πρώτη φορά τη μυθολογική παρωδία με τη δημοτική γλώσσα, αλλά και «συμπεριλαμβάνει στους στόχους της παρωδίας του και κάποια στοιχεία της ιουδαιοχριστιανικής μυθολογίας, αφού σκόπιμα ο Γάλλος συγγραφέας είχε διασταυρώσει στο La Pomme (1865) το ομηρικό μήλο της Έριδος με το βιβλικό μήλο της Εύας»[39].
- Θ. Ν. Συναδινού Ο γυρισμός της Ελένης (1936), «σατιρική κωμωδία», διασκευή του μυθιστορήματος Ο ιδιωματικός βίος της Ελένης της Τροίας του Αμερικανού Έρσκιν[40].
- Η «τραγωδία λίαν ευτράπελος» του Αλέξη Σολομού Βέλθανδρος και Χρυσάντζα (1940)[41], «παραμυθόδραμα», «διασκευή αχαλίνωτη της ομώνυμης μεσαιωνικής μυθιστορίας», σύμφωνα με τα λεγόμενα του συγγραφέα της[42].
- Σωτήρη Πατατζή Δον Καμίλλο, «σάτιρα» που δραματοποιεί το μυθιστόρημα Mondo piccolo: Don Camillo του Giovanni Guareschi, μία σειρά από χιουμοριστικές ιστορίες με ήρωα τον ιερέα ενός καθημερινού χωριού της μεταπολεμικής Β. Ιταλίας[43].
- Το Παραμύθι χωρίς όνομα του Ιάκωβου Καμπανέλλη δραματοποιεί το αλληγορικό μυθιστόρημα της Πηνελόπης Δέλτα, που απευθυνόταν κατ’ αρχήν στα παιδιά και τους εφήβους των αρχών του 20ού αιώνα (1910), και κατά την πρώτη παράστασή του («Νέο Θέατρο», 1959) δέχεται έντονα αρνητικά σχόλια από τους κριτικούς σε ό,τι αφορά την «αλλοίωση», την «παραμόρφωση», τη «διαστρέβλωση» που η διασκευή επιφέρει σε σχέση με το πρωτότυπο[44]·
- Παντελή Πρεβελάκη Μουσαφιραίοι στο Στεπαντσίκοβο (1961), «κωμωδία σε τέσσερεις πράξεις, διασκευή για το θέατρο της νουβέλας Το χωριό Στεπαντσίκοβο του Ντοστογιέφσκι», νουβέλα την οποία ο Πρεβελάκης διάβασε στη γαλλική μετάφραση του Henri Mongaut και ενθουσιασμένος διασκεύασε για το θέατρο, προσπαθώντας μεν να μείνει «πιστός στο γράμμα και το πνεύμα της», αλλά ταυτόχρονα «συμπτύσσοντας το χρόνο, τον τόπο και τη δράση μέσα στις τρεις καθιερωμένες ενότητες» και «αλαφρύνοντας την πλοκή από τα επεισόδια που δεν υπηρετούσαν τον καινούριο σκοπό του έργου», σύμφωνα με τις αναλυτικές πληροφορίες που μας δίνει ο ίδιος στην «Εισαγωγή» στη μεταγενέστερη έκδοση του έργου[45].
- Πέτρου Μάρκαρη Το έπος του Βασιλιά Υμπύ (1971), έργο του οποίου η «ιδέα» βασίζεται στις δυο κωμωδίες του Αλφρέ Ζαρρύ, Ο Υμπύ Βασιλιάς και Ο αλυσοδεμένος Υμπύ, όπως αναφέρεται στο εσώφυλλο της έκδοσης[46].
- Φώντα Κονδύλη Ο Ιππότης από τη Μάντσα (1982), θεατρικό έργο το οποίο καθεαυτό «δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά ένα ακόμη παράτολμο κονταροχτύπημα, με αξιώσεις θεάματος, με το αριστούργημα του Ισπανού ιδάλγου», όπως αναφέρεται στο οπισθόφυλλο της έκδοσης[47].
- Τάσου Ν. Πετρή Δικτατορύων (1986), «διασκευή του αρχαίου μύθου του Αμφιτρύωνα σε κωμωδία τριών πράξεων»[48].
- Έλενας Πέγκα Τα καινούρια ρούχα του αυτοκράτορα (1999) η προσωπική «εκδοχή» της συγγραφέως πάνω στο ομώνυμο παραμύθι του Χ. Κ. Άντερσεν, «γραμμένη με τη μορφή θεατρικού έργου», που «προσκαλεί σε διάλογο άλλες τέχνες, όπως το χορό και το βίντεο» και κινείται στο χώρο της περφόρμανς και του μεταμοντέρνου θεάτρου, τον οποίο εκπροσωπεί με συστηματικότητα και επιμονή η συγγραφέας την τελευταία δεκαετία[49].
Δείκτες της παρωδίας
Καθώς η παρωδία συμπεριλαμβάνει ταυτόχρονα ένα παρωδούν υπερ-κείμενο και ένα παρωδούμενο υπο-κείμενο, με τα δύο επίπεδα να σηματοδοτούνται από μια κριτική ειρωνική απόσταση, βασική προϋπόθεση για την αναγνώριση και απόλαυση της παρωδίας από μέρους του δέκτη είναι αφ’ ενός η προσωπική του γνώση του προτύπου και αφ’ ετέρου η συνεχής και σαφής επίκληση και προβολή του παρωδούμενου αντικειμένου από μέρους του πομπού. Γνώστες των δύο αυτών προαπαιτουμένων για την αποτελεσματικότερη ανάδειξη της παρωδιακής διάστασης μεταξύ παραθέματος και πηγής, οι περισσότεροι νεοέλληνες θεατρικοί συγγραφείς εγκατασπείρουν απλόχερα στα έργα τους πολλά προειδοποιητικά σημάδια για το ότι υπάρχει ένας άλλος κώδικας ενσωματωμένος μέσα στο προς ανάγνωσιν ή προς θέασιν κείμενο, ο οποίος αναχαιτίζει τις αυτοματοποιημένες και στερεότυπες προσληπτικές αντιδράσεις και προσανατολίζει το δέκτη προς την κατεύθυνση της αποκωδικοποίσης του έργου κάτω από το –γεμάτο εκπλήξεις και παιχνίδια με τις σκιές— φως της διακωμώδησης. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ήδη ο «τίτλος» του έργου αποτελεί ένα πρώτο εύγλωττο «σήμα» προσανατολισμού της επικείμενης ανάγνωσης, σήμα το οποίο ενισχύεται πολύ συχνά από ένα συνοδευτικό προσδιοριστικό υπότιτλο ή από άλλα, συγγραφικά ή εκδοτικά παρακειμενικά στοιχεία (πρόλογος, επίλογος, προμετωπίδα, οπισθόφυλλο κ.ά.), των οποίων η ανάγνωση είθισται να προηγείται εκείνης του κυρίως κειμένου, την οποία και κατευθύνει ανάλογα[50]. Του τίτλου και των λοιπών παρακειμενικών ενδείξεων δοθεισών, ένα πλήθος άλλων στοιχείων φωτίζουν τα ίχνη του θεατρικού παιχνιδιού και αποκαλύπτουν τα «νήματα» της γραφής, υποτάσσοντας την εσωτερική επικοινωνία (στο πλαίσιο του δραματικού κόσμου) στην εξωτερική επικοινωνία (μεταξύ του δραματικού κόσμου και του πραγματικού κόσμου του αναγνώστη/θεατή)[51]. Παραθέτουμε ορισμένες κατηγορίες τέτοιων, λεκτικών κατά πρώτο και κύριο λόγο, τεχνασμάτων άμεσης προβολής της παρωδιακής πρόθεσης και λειτουργίας, τεχνάσματα τα οποία επιστρατεύονται είτε μεμονωμένα είτε, συνηθέστερα, συμπληρωματικά. Για του λόγου το αληθές, ανθολογούμε ελάχιστα παραδείγματα από τα καταχωρισθέντα προς το παρόν δείγματα:
- Ανορθόδοξη ή πλημμελής χρήση της γλώσσας, του λεξιλογίου ή της ιδιολέκτου ορισμένων δραματικών προσώπων, χρήση η οποία προκαλεί την –κωμική— σύγκρουση ετερόκλητων εννοιακών, υφολογικών, γραμματικών και συντακτικών σχημάτων: Το γραμμένο στην καθαρεύουσα «δράμα ιλαρόν» Ο Ζευς Μωάμεθ ή Έβρεξε παρά τον Βόσπορον του κληρικού Ιλαρίωνος, εκτός από τις καθαρευουσιάνικες «μονωδίες», «διωδίες» και άλλα χορωδιακά άσματα (Α΄ζ΄ «Χάριτες άδουσαι», Γ΄δ΄ «Πάντες οι θεοί»), περιέχει και στίχους λαϊκών ασμάτων της εποχής, σε καθομιλουμένη αν όχι αργκό δημοτική, που τραγουδιούνται από ορισμένα θεϊκά πρόσωπα του έργου, όπως ο Ήφαιστος και ο Δίας, σε μια απροσδόκητη διολίσθηση της γλώσσας από την καθαρεύουσα στη δημοτική, σε ανύποπτο χρόνο, όπως θα γίνει και στη Γ΄ Πράξη του ίδιου έργου, κατά την αναπαράσταση της ερωτικής συνάντησης Δία-Λεϊλάς, όπου πάλι έχουμε μετάβαση από την καθαρεύουσα σε στρωτή δημοτική, με πολλές ανατολίτικες λέξεις[52]. – «Τη μια ο άντρας έχει μίτινγκ, την άλλη μπίζνες λαντς, τον υφαρπάζουμε κι εμείς φευγαλέα», παραπονείται η Ήρα στο Ποια Ελένη; των Μ. Ρέππα-Θ. Παπαθανασίου (Σκηνή 9), σε μια παράδοξη και αδιάκριτη χρήση λόγιων ελληνικών και ξενικών λέξεων, η οποία αργότερα θα μετεξελιχθεί στον εξής μεταχρονισμένο ελληνο-αγγλικό διάλογο Αγγελιοφόρου Δ΄ και Πευκίδας: «Αγγελιοφόρος Δ΄: Love, love me do / You know I love you / I’ll always be true / So please, please, please, please, love me do. – Πευκίς: Τι είπε τώρα, καλέ; – Θυμαρίς: Είναι βάρβαρος κυρά μου. Μίλησε σκυθικά. – Πευκίς: Α, μάλιστα. Και πώς το λεν στα σκυθικά το… (Η Θυμαρίς της απαντάει στο αυτί. Έπειτα η Θυμαρίς στρέφεται στον Αγγελιοφόρο Δ) – Θυμαρίς: Να πεις του αφέντη σου ‘fuck off’. – «Ακούω ήχον κώδωνος, ας σηκωθώ κι ας τρέξω, πτωχός ζητιάνος θα πεινά ή θα κρυώνει έξω –μα αν δεν είν’ κανείς πτωχός και είναι δολοφόνος;– είμαι ανυπεράσπιστος εν μέσω του σαλώνος», μονολογεί η Φαύστα, σύμβολο της πνευματικής και κοινωνικής ημιμάθειας που εκφράζεται κατ’ εξοχήν στον Μποστ μέσω της οπτικής ανορθο-γραφίας και της ακουστικής ανορθ-ομιλίας[53].
- Συμπαράθεση προσώπων παρμένων από την ιστορία ή το θρύλο και προσώπων εντελώς φανταστικών, τα οποία συνομιλούν και διαδρούν εντελώς φυσιολογικά και αυτονόητα μεταξύ τους, ακροβατώντας με μοναδική φυσικότητα ανάμεσα στο «εδώ και τώρα» και το «εκεί και τότε», στο φανταστικό και το πραγματικό, στο νεοελληνικό και το αρχαιοελληνικό, στο παγανιστικό και το χριστιανικό: ΄Ετσι, στην κωμωδία του Τίμου Μωραϊτίνη Η επιστροφή των θεών συμμιγνύονται μυθικά-θεϊκά πρόσωπα (Ερμής, Δίας, Αφροδίτη κτλ.) και πραγματικά-θνητά πρόσωπα (χριστιανή Δάφνη, υπηρέτρια Κατερίνα, καμαριέρης Γιάννης, Εγγλέζα κ.ά.)· στο μονόπρακτο Ζώνη ασφαλείας του Σταύρου Μελισσηνού, στη δράση, εκτός από τα γνωστά θεϊκά πρόσωπα με τα αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά τους (Ζευς, Ήρα, Ήφαιστος, Ερμής), συμμετέχει και η Πολυγνωσία («το γένος Φραγκεστάιν»), «μια θνητή καταπληχτικά ‘γεροντοκόρη’ –κακάσχημη- φορεί γυαλάκια ντεμοντέ με τετράπαχους φακούς. Την έχει διαλέξει η ίδια η Ήρα για ιδιαίτερη γραμματέα του γερο-μουρντάρη άντρας τη, του Δία, ειδικά για το προσόν αυτό: την απελπιστική ασχήμια της»· στο Ξενοδοχείον η Κίρκη του Δημήτρη Χριστοδούλου, τον Οδυσσέα και την Κίρκη πλαισιώνουν οι καθαρίστριες του ξενοδοχείου, Αλκυόνη και Λίλη, ο φύλακας Κέρβερος, ο Ελπίνωρ [sic], οι σύντροφοι του Οδυσσέα, Επίχαρμος και Ταχτάς, καθώς και γουρούνια σε ρόλους κομπάρσων· παραμένοντας στον ίδιο μυθικό χώρο αλλά αλλάζοντας ερμηνευτική οπτική, στο Οδυσσέα γύρισε σπίτι του Ιάκωβου Καμπανέλλη τη δράση συνθέτουν: ο Οδυσσέας, «ένας ήρωας εξ επαγγέλματος», ο Λύσσανδρος, «ο μόνος που του έμεινε πιστός», ο Πύρρος, ο Άριστος, ο Φιλάρετος, ο Αγαθίας, ο Κλείτος, ο Πολυκράτης, ο Ελπήνορας, «οι θυμωμένοι σύντροφοι του Οδυσσέα», η Νεφέλη, «μια πρώην αρτίστα απ’ την ‘Ψυχαγωγία του Στρατού’», ο Εύανδρος, «ο Πρόεδρος της Κυβερνήσεως σ’ έναν τόπο με πολλά προβλήματα», η Κλειώ, «βοηθός επί των δημοσίων σχέσεων», η Κίρκη, «μια βασίλισσα ελέω θεού», ο Νικίας, «ένας από κει που δεν τον περιμένεις», ο σερβιτόρος, «ένας νέος που μισεί την ιστορία», φοιτητής της Νομικής, ο Διπλωμάτης, «ένας πολύ σύγχρονος πατριώτης», η Πηνελόπη, «μια καθώς πρέπει σύζυγος που ατύχησε», ο Τηλέμαχος, «ένα αγόρι στη δύσκολη ηλικία», Α΄ Κορίτσι, «τεχνικός ήχου», Β΄ Κορίτσι, «του καλού κόσμου», και δύο φωτορεπόρτερ· στην Τελευταία Πράξη, το «δεύτερο εγχείρημα του συγγραφέα να προσπελάσει το οδυσσεϊκό πρόσωπο», και πάλι «‘αληθινά’ και ‘πλασματικά’ πρόσωπα [Τηλέμαχος, Πηνελόπη, Θιασάρχης, Δημοσιογράφος, Νοσοκόμος, Ξενοδόχος, Λάρης, Σμάγδα, Αρίας, Μέλισσα, Βλάσης, Κλέων] δημιουργούν έναν παράξενο θίασο, μια ετερόκλητη οικογένεια και ένα τεχνητό κοινωνικό περιβάλλον, που ενδέχεται να είναι και το πλέον ‘φυσικό’, μέσα στο οποίο ο Οδυσσέας θα καταφέρει μάλλον να ξεπεράσει τους φόβους του και τους δισταγμούς του και να ενσωματωθεί ομαλά στην πραγματική οικογένεια και κοινωνία του»[54]· στο έργο Ρωμαίος και Ιουλιέττα του Μποστ στα σαιξπηρικά πρόσωπα προστίθενται μια Μαγείρισσα, ένας Σαλπιγκτής, ένας Μπάρμαν, ένας Υπάλληλος, ο Γιος και η Χήρα Γκρέκου· στο Οι Κυνικοί ξανάρχονται του Νίκου Καλογερόπουλου, πρόσωπα ιστορικά (Μένιππος, Πολυδεύκης, Πυθαγόρας, Σωκράτης, Διογένης, Αλέξανδρος) συγχρωτίζονται με πρόσωπα μυθικά (Αιακός, Ερμής, Τειρεσίας, Ορφέας, Χάρων, Νέμεσις, Μούσα α΄, β΄, γ΄), με πρόσωπα που δηλώνονται με βάση τις χαρακτηριστικές ιδιότητές τους (Ρόζα η Ναζιάρα, Λιλή η πόρνη, Στρατηγός, Αόμματος, Νεκρός, Αθάνατος, Φιλόσοφος, Νεκροθάφτης, Ασθενής, Εγχειρισμένος, Αρχιδιδάσκαλος, Γιος Αρχιδιδασκάλου, Εργάτης Μετρό, Άνεργος, ΣΔΟΕ), καθώς και με άλλα πολλά, αταξινόμητα από ιστορική, καταστατική και ιδιοσυγκρασιακή άποψη (Βρόχας, Ρόκος, Τρίκαλος, Πάπος, Καρούμπαλος, Χαρμολέος, Σάρωνας, Δαμασίας, Κράτων, Καπάκιος).
- Συνεχής διολίσθηση από τον πεζό στον έμμετρο λόγο ή ακόμα και στο τραγούδι και το χορό, με τα τραγουδιστικά-μουσικά-χορευτικά «εμβόλιμα» να συνιστούν τις περισσότερες φορές ένα είδος «παρωδίας-μέσα-σε-παρωδία», που επιτείνει την παραμορφωτική δυναμική και την κωμική υπονόμευση, σε συνδυασμό με τα γλωσσικά και κινησιακά σημεία του ηθοποιού. Έτσι, «δεκατρία τραγούδια σε ποικίλα μετρικά σχήματα» διανθίζουν τον πεζό λόγο στη Σεμέλη ή Διός έρωτες του Σπυρίδωνος Βασιλειάδη· έμμετρα σύντομα άσματα παρεμβάλλονται στον πεζό, σε απλή καθαρεύουσα λόγο, στο έργο Οι μνηστήρες της Πηνελόπης και η επάνοδος του Οδυσσέως του Παναγιώτου Ζάννου· μουσικό έργο μετ’ ασμάτων, όπου συμμετέχουν δύο χοροί (Σατύρων και θεών) είναι και η κωμωδία Από τη γη’ς τον ουρανό του Πολύβιου Δημητρακόπουλου· στους Κάφρους του Βασίλη Ζιώγα ο χορός άλλοτε χορεύει με «παραλλαγές στα βήματα της τραγωδίας», άλλοτε «τραγουδάει μαστουρωμένος, επαναλαμβάνοντας επίμονα τα ίδια λόγια» και άλλοτε, καθώς «ο ταμπουράς χτυπάει πιο σύντομα, συσπάται ερωτικά, ακολουθώντας τον ρυθμό με μικρούς βηματισμούς», ενώ η δράση διανθίζεται περαιτέρω με πολυάριθμες μονωδίες-οιωνεί κομμούς (Θεονόης, Θεοκλύμενου, Ελαφιού-Μενελάου)· στο Ρωμαίος και Ιουλιέττα του Μποστ, εκτός από τα «ντουέτα», τα τραγούδια της Χορωδίας, των Τροβαδούρων και ένα «σύντομο σκωτσέζικο τραγούδι», έχουμε επίσης παρεμβολή ενός «Ροζ Μπαλλέτου», ενώ στη Φαύστα, στο προλογικό άτιτλο σημείωμα ο συγγραφέας αναφέρει μεταξύ των προσόντων του έργου του: «α) Με την παρεμβολή 17 τραγουδιών, γίνεται ‘μιούζικαλ’ διαρκείας δύο ωρών. β) Αφαιρουμένων των τραγουδιών γίνεται ‘μονόπρακτον’ μίας ώρας».
- Αλλαγές στην αναμενόμενη, καθιερωμένη από την παράδοση, δράση και διαγραφή των χαρακτήρων: Στο Μήλον της έριδος του Αγαπίου Χαπίπη ο Πάρις, προκειμένου να εκφέρει δίκαιη ετυμηγορία, εξαναγκάζει διαδοχικά τις τρεις θεές σε «βουκολικό στριπ-τιζ στις πλαγιές του Ψηλορείτη», μια τριπλή «πασαρέλα» που «δίνει σ’ όλο το έργο μια ‘πιπεράτη’ διάσταση, την οποία δεν έχει κανένα άλλο έργο του ελληνικού προεπαναστατικού θεάτρου σε τέτοιο βαθμό…»[55]· στην Ιφιγένεια εν Μαύροις του Δημήτρη Ψαθά η «αναγνώριση» Ορέστη-Ιφιγένειας καθυστερεί πολύ διότι τα δύο αδέλφια έχουν γίνει αγνώριστα από την πείνα και δεν μπορούν να ταυτίσουν το ένα το άλλο, μέχρις ότου η Ιφιγένεια αναθέσει στον Ορέστη να στείλει μήνυμα στο σπίτι της «εκεί στο τέρμα Ιπποκράτους…στ’ αρχοντικό της θείας Νικόλαινας». Δυστυχώς, όμως, η φυγή των δύο αναγνωρισθέντων αδελφών δεν θα είναι στο εξής δυνατή, όπως στο αντίστοιχο ευριπίδειο πρότυπο, μια και η Ιφιγένεια, σύμφωνα με τις σκηνικές οδηγίες, «σωριάζεται από την πείνα» και «περνά ένας άνθρωπος με καροτσάκι, που βάζει μέσα την Ιφιγένεια και την τραβά»· στο μονόπρακτο Η δίκη του Ορφέα και της Ευρυδίκης του Γιώργου Σκούρτη η διαδραμάτιση της «στημένης» δίκης του Ορφέα και της Ευρυδίκης διακόπτεται, μετά από εντολή του Μίνωα, για να παρεμβληθούν «διάφορα εύθυμα δρώμενα από τους θεατές της δίκης, τα οποία διευθύνονται από έναν κομπέρ-θεατή, με φινάλε το στριπ-τηζ της Θλίψης και την αναπαράσταση διαφόρων τρόπων θανάτου από τους θεατές, στον τύπο της παντομίμας και της επιθεώρησης»[56]· στο έργο Μια Κωμωδία του Ιάκωβου Καμπανέλλη ο περίφημος για τη λαιμαργία του δωρικός ήρωας Ηρακλής επανέρχεται στο χθόνιο «Ενδηκοπηλσάν», όπου όμως δεν θα μπορέσει να σταθεί στο ύψος των μυθικών του διαστάσεων: η εμμονή του να αποξηράνει την Αχερουσία λίμνη αποκρούεται και χλευάζεται κατ’ επανάληψη από το θείο του, τον Πλούτωνα, ο οποίος τον θεωρεί ικανό μόνο να φτιάχνει διακοσμητικά «σημαιάκια», ενώ αργότερα ο θρυλικός ήρωας θα γνωρίσει ακόμη μία απόρριψη, όταν θα αποκλειστεί ως υπεράριθμος από το φαγοπότι που ετοιμάζει με τις κόρες της η Κρωβύλη, για να μείνει μόνος επί σκηνής, καθισμένος «σε μια ακρινή καρέκλα του προσκηνίου» και τραγουδώντας «θλιμμένος» το ηρωικό του παρελθόν· στους Κάφρους του Βασίλη Ζιώγα ο Θεοκλύμενος μεταμορφώνεται σε «παγονοβάτραχο», λίγο αργότερα ο Μενέλαος εμφανίζεται ως «ελάφι» στην Ελένη, ο Χορός των Ελληνίδων αιχμάλωτων γυναικών έχει αντικατασταθεί από έναν αντρικό χορό «Κάφρων», οι οποίοι εμφανίζονται πρώτη φορά «ντυμένοι σαν Έλληνες, με αφρικάνικη διακόσμηση στα πρόσωπα…», επίσης, η Ελένη και ο Μενέλαος δεν δραπετεύουν τελικά μαζί από την Αίγυπτο, παρά η Ελένη, με εντολή και παρότρυνση των «από μηχανής» Διοσκούρων «πηγαίνει στην αγκαλιά του Θεοκλύμενου», ο οποίος και «τη σφίγγει με αγάπη». Η Μαρία Πενταγιώτισσα κατά Μποστ, καταστρατηγώντας τελείως την έκβαση οποιασδήποτε από τις πολυάριθμες ταινίες φουστανέλλας που παρωδεί, παρουσιάζει την ομώνυμη ηρωίδα να συνευρίσκεται κάποια στιγμή με ένα Νέο, που αποδεικνύεται τελικά (χάρη σ’ ένα σταυρουδάκι στο λαιμό) ότι είναι ο γιος της από τον τσέλιγκα Λάμπρο και τον οποίο είχε παραδώσει κάποτε στον τότε εραστή της Τάσο να τον σκοτώσει. Ο Τάσος, από λύπηση προς το παιδί, δεν το σκότωσε παρά το έδωσε και το ανέθρεψαν «γριά τσομπάνισσα» και «τσιγγάνες». Αυτός ο νεαρός γιος-εραστής της Μαρίας Πενταγιώτισσας βοηθά τον Τάσο στη δολοφονία του αδελφού της Μαρίας, Θάνου, κατά την οποία ο Τάσος «αναγνωρίζει» το παιδί από το χρυσό σταυρό στο λαιμό. Μετά την «αποκάλυψη» του μυστικού από τον Τάσο, η Μαρία αποφασίζει να αυτοκτονήσει, αν και θα προτιμούσε ο Τάσος να μην της είχε αποκαλύψει το κακό μαντάτο κι αυτή να συνέχιζε να περνάει καλά με το νεαρό εραστή-γιο της μέσα στην άγνοιά της… Στο Ρωμαίος και Ιουλιέττα οι ολισθήσεις του μύθου θέλουν τον Δομίνικο Θεοτοκόπουλο στη Ραβένα να ζωγραφίζει την Ιουλιέτα: «Ο θάνατός του εμπλέκεται απροσδόκητα στα σχέδια των ερωτευμένων, αλλά ξεχνιέται γρήγορα μαζί με τον περιλάλητο έρωτα. Ζωγράφος και εραστές επανακάμπτουν πολλά χρόνια μετά, ο πρώτος στο πρόσωπο του γιου του και οι άλλοι με πρόσωπο γερασμένο, αλλά με σώμα σθεναρό»[57].
- Υπερβολή –λεκτική, μιμητική, κινησιακή— στην απαγγελία και την έκφραση του πάθους και του τραγικού: Στην «ιλαροτραγωδία» Ανδρομέδα και Περσεύς του Παναγιώτη Δ. Ζάνου «χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος με τον οποίο αυτοπαρουσιάζεται ο ‘ευσταλής και αρρενωπός’ Περσέας στη βαλαντωμένη βασιλοπούλα της Αιγύπτου, κατά την πρώτη τους συνάντηση, λίγο πριν αναμετρηθεί και πριν εξολοθρεύσει μπρος στα μάτια των θεατών το φοβερό κήτος που απειλεί τη ζωή της»[58]. Το πολύστιχο εγκώμιο που ο ήρωας απευθύνει στη «χώρα ολβιωτάτη», που έθρεψε μιαν Αταλάντη, έναν Ηρακλή κι έναν Βελλερεφόντη, οδηγεί σε εκστασιασμό τον εκφωνητή του, ο οποίος «(Ενθουσιασθείς έτι μάλλον, γονυπετεί ανακράζων): Ελλάς, πατρίς μου φίλη! Φίλη μήτερ μου! / Ω! ευλογείτε και του τέκνου σας εμού / τον δρόμον, ίνα έλθω σώος προς υμάς, / τον άθλον εκτελέσας ήδη ευτυχώς, / δι’ον αφίχθην εις τα πέρατα της γης». Στην κωμωδία Ο Μίδας και το χρυσάφι του Χρήστου Σαμουηλίδη, «αποκορύφωση θεαματικότητας αποτελεί η αναπαράσταση του Ιντερμεδίου σε κάποια από τις μορφές που προτείνει ο συγγραφέας: Α΄ Ακουστική ή ηχητική μορφή, Β΄ Οπτική ή παντομιμική και Γ΄ Κινητική ή χορευτική (σσ. 49-50)»[59]. Οι «σκηνικές οδηγίες» που προηγούνται της «Πρώτης Σκηνής» της Φαύστας επιτάσσουν: «Ύφος, παράστημα και πόζες εποχής Βερναρδάκη, και μελοδραματικές στάσεις, στα κρίσιμα σημεία, Αικατερίνη Βερώνη, ή Παρασκευοπούλου, με συγκερασμό κινήσεων Λίας ντε Πούτι του Βωβού Κινηματογράφου. Γενικά, αέρας του παλαιού Ελληνικού Διδακτικού Θεάτρου». Αργότερα στην «Έκτη Σκηνή» ο συγγραφέας επανέρχεται με νέες οδηγίες: «Φως πρωινό. Η Μαριάνθη, γρια υπηρέτρια της Φαύστας, με ένα ξεσκονιστήρι στο χέρι και στο κέντρον του σαλονιού, με μέτωπο στους θεατές, απαγγέλλει με στόμφο σαν κορυφαία σχολικής παραστάσεων τον ρόλο της. Να δοθεί η αίσθηση βόμβου από τον μονότονο ήχο του 15σύλλαβου». Στη γενικώς βουκολικής σκηνογραφικής και μουσικής επένδυσης Μαρία Πενταγιώτισσα του ίδιου συγγραφέα, στην αρχή της 2ης Σκηνής παρεμβάλλεται ντουέτο του Αρχιτσέλιγκα Λάμπρου και της Μαρίας «σε στυλ όπερα», με τον Λάμπρο να τραγουδά «βαρύτονα» και τη Μαρία ως «υψίφωνος, σοπράνο».
- Απευθείας αποστροφές στο κοινό, διασπαστικές της θεατρικής ψευδαίσθησης αλλά και της οποιασδήποτε αίσθησης σοβαρότητας των δρωμένων: Η Οδύσσεια του Μανώλη Σκουλούδη «τελειώνει με τον τρόπο της επιθεώρησης με όλους τους ηθοποιούς, επί σκηνής, κατόπιν προσκλήσεως του Ομήρου. Το τέλος δηλώνεται με καταύγασμα φωτός»[60]· στο μονόπρακτο Δίκη του Ορφέα και της Ευρυδίκης του Γιώργου Σκούρτη λίγο μετά την προσέλευση του «έκτακτου μάρτυρος» Χάρου, ένας από τους Νεκρούς-Θεατές θ’ απευθυνθεί διαδοχικές φορές στους θεατές, «σαν κομπέρ»· στην πρώτη της εμφάνιση η Ελένη των Κάφρων του Βασίλη Ζιώγα απευθύνει έναν εκτενή μονόλογο προς το κοινό, εξηγώντας την αυταπάτη των Ελλήνων που πολεμούν στην Τροία και διαβεβαιώνοντας την παρουσία της στην Αίγυπτο, ενώ στο τέλος του έργου, όταν οι από μηχανής Διόσκουροι παραδίδουν την αδελφή τους στον Θεοκλύμενο, σε μια πλήρη ανατροπή της κλασικής ευριπίδειας «λύσης», η Θεονόη «πλησιάζει στο κοινό», «κοιτάει ψηλά» και διαπιστώνει με έντονη μεταθεατρική διάθεση: «Μεγάλε Θεέ, τι κωμωδία είναι κι αυτή που έστησες εδώ κάτω;»· η Φαύστα του Μποστ αρχίζει με δεκαεπτάστιχο πρόλογο, που απευθύνεται στις «Κυρίες και τους Κυρίους», στους οποίους και αφηγείται συνοπτικά όλη την πορεία της δράσης της «τρομεράς τραγωδίας» που θα ακολουθήσει, ενώ η «ιλαροτραγωδία» θα καταλήξει με το «Φάντασμα της Ρίτσας» να απευθύνει το ηθικόν δίδαγμα της «τραγικής ιστορίας» προς τους θεατές, δίδαγμα που επαυξάνεται με την ακόλουθη συμμετοχή «όλων» των δραματικών προσώπων· στην κωμωδία Μια Κωμωδία του Ιάκωβου Καμπανέλλη η Δάφνη στρέφεται «προς τους θεατές» τους οποίους δείχνει καθώς βλέπει τους διάσημους νεκρούς να καταφτάνουν (Εικ. Τέταρτη), και στο τέλος του έργου το πλήθος των δραματικών προσώπων αποχωρεί από το δραματικό χώρο του Κάτω Κόσμου, αλλά «επιστρέφει στη σκηνή σαν θίασος αυτή τη φορά, τραγουδώντας τον επίλογο»· στο πρόσφατο έργο Ποια Ελένη; των Μιχάλη Ρέππα-Θανάση Παπαθανασίου, η δράση των μυθικών κατ’ εξοχήν προσώπων δρομολογείται από μια πολύ πραγματική «Δασκάλα» γεροντοκόρη, που εισέρχεται στο σκηνικό χώρο μιας «τυπικής αίθουσας δημοτικού σχολείου της δεκαετίας του ’60» και απευθύνει τον πρόλογο-μάθημα προς τους θεατές-μαθητές. Το κοινό θα το αποχαιρετίσει στο τέλος όλος ο θίασος «με μια σύνθεση στην οποία μπλέκονται φράσεις από τα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι ‘Για την Ελένη’ και του Βασίλη Μητσάκη ‘Νίτσα, Ελενίτσα, Ελενάκι μου’».
- Παραποίηση ή υπερβάλλουσα χρήση της ρητορικής δεινότητας του «σκηνικού», που ακροβατεί ανάμεσα στον εξωτερικό, άμεσα αντιληπτό χώρο της υπερ-κείμενης δράσης, και τον εσωτερικό, νοητό χώρο της υπο-κείμενης δράσης: Στους Κάφρους του Βασίλη Ζιώγα η αισθητική και ειδολογική μετατόπιση του υπο-κειμένου προτύπου σημαίνεται ήδη από τη «μεταμόρφωση» του σκηνικού χώρου, με τις εναρκτήριες σκηνικές οδηγίες να προβλέπουν: «Στο προαύλιο ενός αιγυπτιακού παλατιού, από το οποίο έχουν απομείνει τα σκαλιά και δυο κολόνες. Στη θέση του βρίσκεται μια μεγαλόπρεπη κατασκευή από καλάμια, που μοιάζει με αφρικάνικη καλύβα. Πλούσια διακόσμηση από χρυσό και πολύτιμες πέτρες, σε όλη την εξωτερική επιφάνεια. Τρεις πόρτες. Μια μεγάλη στη μέση, δύο μικρότερες αριστερά και δεξιά. Τοτέμ και μαγικά σύμβολα προστατεύουν τις τρεις εισόδους του καλαμένιου παλατιού. Δεξιά, το γιγαντιαίο άγαλμα του Πρωτέα, πατέρα του Θεοκλύμενου, μείγμα τοτεμικής και κλασικής τέχνης, να ξεφυτρώνει σαν δέντρο μέσα από τον τάφο του βασιλιά, με μια μόνιμη κίνηση φαντάσματος. Ένα ψάθινο ανάκλιντρο ανάλογης πολυτέλειας με την καλύβα. […]».Στην Ιφιγένεια εν Μαύροις του Δημήτρη Ψαθά η παρατραγική δράση μετατοπίζεται «σε μια πλατεία συνοικιακή. Στη μέση ένα χαμηλό σπίτι. Μπροστά ένας βωμός από κασόνια άδεια…». Οι προκαταρκτικές σκηνικές οδηγίες των Μιχάλη Ρέππα και Θανάση Παπαθανασίου για το Ποια Ελένη; είναι πιο απαιτητικές –είμαστε πλέον σε εποχή υψηλής θεατρικής τεχνολογίας και οι συγγραφείς γνωρίζουν τις δυνατότητες του θεάτρου Ρεξ, για το οποίο το έργο γράφτηκε κατά παραγγελίαν: «Το σκηνικό σίγουρα διαθέτει υψώματα και σκάλες και πιθανότατα κάποια ασανσέρ, αναβατόρια, κούνιες, ιμάντες και καταπακτές προκειμένου μερικά πρόσωπα να εμφανίζονται και να εξαφανίζονται με μαγικό τρόπο». Στο Μια Κωμωδία του Ιάκωβου Καμπανέλλη η «όχθη της Αχερουσίας λίμνης» δηλώνεται πληθωρικά με έναν «παραλιακό πεζόδρομο σε θέρετρο με παλιά καλή ιστορία. Ζαρντινιέρες με καλλωπιστικά φυτά, φανοστάτες και παγκάκια με περίτεχνους στύλους και ποδαρικά»… «Στη δεξιά πλευρά η πύλη –επίσης ευρύχωρη και φροντισμένη – με την επιγραφή ΜΟΝΟ ΑΦΙΞΕΙΣ. Το προσκήνιο της ίδιας πλευράς με ‘κάβους’ και ‘παλαμάρια’ θυμίζει προβλήτα λιμανιού. Αριστερά στο βάθος, η επιγραφή ΔΙΟΙΚΗΤΗΡΙΟΝ πάνω από τη μεγαλοπρεπή είσοδο σ’αυτό. Δεξιά της εισόδου μια εξέδρα απ’ όπου συνήθως ο ΠΛΟΥΤΩΝ απευθύνεται στον λαό…». Ακριβώς σ’ αυτή την εξέδρα θα εμφανιστεί ο θεός του Κάτω Κόσμου στην Πρώτη Εικόνα, δηλώνοντας την ταυτότητα του χώρου, του οποίου η πραγματική οπτική αναπαράσταση εισάγει κατευθείαν την παραδοξότητα σε σχέση με τη νοητική στερεότυπη αναπαράστασή του και κατ’ επέκταση δρομολογεί το κωμικό αποτέλεσμα, που είθισται να προκύπτει μέσα από τη σύγκρουση αντικρουόμενων κωδίκων.
- Συσσώρευση λεκτικών και οπτικών αναχρονισμών: Στη Σεμέλη του Παναγιώτη Ζάνου η Ήρα παρακολουθεί την εξωσυζυγική δραστηριότητα του αρχηγού των θεών με τη βοήθεια ενός μοντέρνου τηλεσκόπιου, ενώ η ανυπόμονη ερωμένη του ελέγχει την αργοπορία του στις παράνομες συναντήσεις του με τη βοήθεια του ρολογιού της… Στο «δραμάτιον» Διός επίσκεψις του Αλέξ. Ρίζου Ραγκαβή ο νεφεληγερέτης Δίας έρχεται με τη μορφή εξευρωπαϊσμένου βαθύπλουτου ομογενή στη σύγχρονη Αθήνα, για να ξελογιάσει μιαν ακόμη θνητή καλλονή, τη δυσπροσπέλαστη Κούλα, η επίσκεψη όμως αυτή τυχαίνει να συμπέσει με τον κατανυκτικό εορτασμό της Μεγάλης Εβδομάδας των ορθόδοξων Χριστιανών. Στο «δράμα ιλαρόν» Ο Ζευς Μωάμεθ ή Έβρεξε παρά τον Βόσπορον του κληρικού Ιλαρίονος επίσης υπάρχουν διάσπαρτες μεταχρονιστικές αναφορές, λ.χ. στην τυφλή υποταγή στα κελεύσματα της παρισινής μόδας, στην κερδοσκοπία πάνω στα πατρογονικά κειμήλια, στην παρακμή της θεατρικής και μουσικής τέχνης, στην ανάπτυξη της ιατρικής και των εφευρέσεων κτλ. Στα Όπλα του Αχιλλέα του Δημήτρη Χριστοδούλου ο Οδυσσέας, στην τρωική γη, εύχεται να καθόταν στην Ιθάκη ήσυχα-ήσυχα, «με το καφεδάκι του, το τσιγαράκι του, την Πηνελόπη του» (´ô). Το έργο Ο μπαμπάς ο πόλεμος του Ιάκωβου Καμπανέλλη «έχει μερικές υπέροχες χιουμοριστικές και γκροτέσκες στιγμές της διαπλοκής του αρχαίου μύθου με τη σύγχρονη πραγματικότητα», όπως τις ανθολογεί ο Βάλτερ Πούχνερ: η υποχώρηση των Ελλήνων στην Τροία ‘ήταν κόλπο του χρηματιστηρίου για να πέσουν οι μετοχές της Αχαϊκής Εταιρείας Μολύβδου’ και όλοι οι αρχηγοί αγόρασαν τότε· οι σύντροφοι, που θέλουν να καταργήσουν τον Οδυσσέα από αρχηγό, αναρωτιούνται ποιος θα φροντίσει ύστερα στην Ιθάκη να πάρουν ‘σύνταξη της προκοπής’· ο Οδύσσειας είχε γνωρίσει τη Νεφέλη (Κίρκη) ως αξιωματικός του ναυτικού στη Μυτιλήνη καθ’ οδόν προς την Τροία στο μπαρ ‘Ο Κουρασμένος Ναύτης’· ο πιστός Λύσσανδρος έχει έλλειμμα στα λογιστικά, γιατί οι νεκροί της Τροίας σηκώσανε προκαταβολές· […] οι αστυνομικοί που δεν συλλαμβάνουν τους προσποιούμενους τους κακοποιούς που δημοσίως ομολογούν τα δήθεν εγκλήματά τους με το ρητό ‘ουδείς αναμάρτητος’· και η σαιξπηρική τελευταία ατάκα του πρωθυπουργού Εύανδρου, τέως καθηγητή φιλοσοφίας: ‘Ως φαίνεται, έτσι είναι πλασμένος ο άνθρωπος. Από λάσπη, από τρέλα, από μαρτύριο κι από ελπίδες. Ας περάσουμε στο εστιατόριο’»[61]. Η Μαρία η Πενταγιώτισσα του Μποστ (1982) βρίθει από επίκαιρες αιχμές και ονομαστικές αναφορές: στην υπουργό Πολιτισμού, τη «σύντροφο Μελίνα», στις πρόσφατες εκλογές και την ανάδειξη του «Αντρέα», στις διαδηλώσεις των ανέργων, στην κατάργηση της σχολικής ποδιάς, στη σύσταση ομάδων εργασίας για την απαλλοτρίωση της εκκλησιαστικής περιουσίας, στη φοροδιαφυγή, στην ανηθικότητα ορισμένων ιερέων, στην αύξηση του προϋπολογισμού για τις αμυντικές δαπάνες, στο νέφος, στην ένταξη της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ, στον τότε Υπουργό Οικονομικών Μανόλη Δρεττάκη, στο Διοικητή της Εθνικής Γεώργιο Αλέξανδρο Μαγκάκη… Μία δεκαετία περίπου αργότερα, στη μπόστεια Μήδεια (1993-94), μεταξύ της πληθώρας των μεταχρονιστικών δηλώσεων και υπαινιγμών, αρκούμαστε να θυμηθούμε τις αναφορές στους σεισμούς και τους σεισμοπαθείς, στις συνεχείς ληστείες τραπεζών, στις γυναίκες υπουργούς πολιτισμού, στο μουσικό συγκρότημα «Άγαμοι Θύται», στην κρίση λόγω της ανεργίας, στις καταλήψεις των σχολείων, στα ρουσφέτια των βουλευτών, στους «λαπάδες ποιητές», στους σαραντάρηδες κυβερνήτες που παίζουν σαξόφωνο, στα ποδοσφαιρικά συνθήματα, στις σερβο-κροατικές μάχες που ωχριούν μπροστά στις συγκρούσεις θεατών και τζαμπατζήδων πριν από μια παράσταση της Λυσιστράτης στην Επίδαυρο…
Λειτουργίες της παρωδίας
Όλες οι παραπάνω δραματικές τεχνικές, που έλκουν τις απαρχές τους ήδη στις κωμωδίες του Αριστοφάνη, αξιοποιούμενες κατά μόνας ή μάλλον σε συνδυασμό μεταξύ τους, ακολουθώντας ένα μπουρλέσκ ύφος και αισθητική στην αφ’ υψηλού μεταχείριση του ευτελούς και στην ευτελή μεταχείριση του υψηλού, υπηρετούν ανεξαίρετα την ανατροπή των σημείων του αναπαριστώμενου σύμπαντος, την ασυνέχεια της προτεινόμενης ιδέας περί ενός κειμένου με την πραγματική ιδέα περί αυτού, την παιγνιώδη έως έντονα γελοιογραφική, απορρύθμιση του παραδεδομένου «κανόνα». Αν οι ίδιοι ή παρόμοιοι τρόποι «δείξης» της παρωδίας επανενεργοποιούνται συστηματικά, με ποσοτικές και ποιοτικές διαβαθμίσεις, στα νεοελληνικά θεατρικά κείμενα τους τελευταίους δύο-τρεις αιώνες, η λειτουργία ή οι λειτουργίες που επιτελεί η νεοελληνική θεατρική γραφή παρουσιάζει, στην πορεία του χρόνου, μεγαλύτερη διαφοροποίηση και εμπλουτισμό σε συνάρτηση με τα εκάστοτε κοινωνικά συμφραζόμενα και τις αισθητικές απαιτήσεις τους. «Μια περιδιάβαση στα λογοτεχνικά κείμενα νομίζω ότι είναι αρκετή για να επιβεβαιώσει τη διεύρυνση της χρήσης της παρωδίας από τη σύγχρονη λογοτεχνία και την ποικιλία των λειτουργιών της. Συνοψίζοντας μπορούμε να ορίσουμε τις βασικές λειτουργίες της παρωδίας με βάση όχι μόνο το σκοπό του συγγραφέα, αλλά και τη διαδικασία της ανάγνωσης. Οι λειτουργίες αυτές παρουσιάζουν διάφορες παραλλαγές και αποχρώσεις που μπορούν να οδηγήσουν στη δημιουργία μιας τυπολογίας, όπως προκύπτει από τα παρωδιακά λογοτεχνικά κείμενα»: Αξιοποιώντας τις επισημάνσεις της Κατερίνας Κωστίου και το τυπολογικό σχήμα των λειτουργιών της παρωδίας, όπως η μελετήτρια το συνήγαγε βάσει των παραδειγμάτων που προσφέρει το πεδίο της νεοελληνικής λογοτεχνίας[62], μεταφέραμε, τηρουμένων των αναλογιών μεταξύ των διακεκριμένων ειδών, το ίδιο σχήμα στο ιδιαίτερο πεδίο της νεοελληνικής δραματουργίας, όπου μπορεί επίσης να τροφοδοτηθεί απλόχερα και να επιβεβαιωθεί ως προς τις αποχρώσεις του:
i. Είναι αξιοσημείωτο ότι «η παλαιότερη και πιο διαδεδομένη μορφή παρωδίας», η «άσκηση αρνητικής κριτικής μέσω διακωμώδησης»[63], που εμφανίζεται, με ποιοτική ένταση και ποσοτική έκταση, ήδη στην κλασική αρχαιότητα, με τη μορφή κατά πρώτο και κύριο λόγο των «παρα-τραγωδιών», που στηλίτευαν πρόσωπα , θέματα και σκηνές σύγχρονων ή προγενέστερων θεατρικών έργων, γλωσσικές, υφολογικές, μουσικές, δραματουργικές κ.ο.κ. κυρίαρχες πρακτικές ή αναδυόμενες τάσεις, σπανίζει στη νεοελληνική δραματουργία, που αποδεικνύεται ιδιαίτερα «διακριτική» και «ευγενική» απέναντι σε αμφισβητούμενες υπερβολές συγκεκριμένων δραματουργών ή κειμένων. Στη Φαύστα λχ. του Μποστ και συγκεκριμένα στις εναρκτήριες σκηνικές οδηγίες υποδηλώνεται σίγουρα μια γενική υποτιμητική διάθεση απέναντι στο γλωσσικό και ιδεολογικό συντηρητισμό του Ελληνικού Διδακτικού Θεάτρου και της παρωχημένης μελοδραματικής εκφοράς του σε επίπεδο υποκριτικής· ο συγγραφέας, ωστόσο, μακράν του να προβεί σε ένα ρητό, ειρωνικό ή γελοιογραφικό μετασχηματισμό της διάσημης ομώνυμης τραγωδίας του Βερναρδάκη[64], μετασχηματισμό τον οποίο προοικονομεί μάλιστα ο τίτλος, ανατρέπει τελείως τις προσδοκίες του αναγνώστη/θεατή για να προσφέρει μια τελείως φαντασιώδη και ανεξαρτητοποιημένη πλοκή, η οποία, απομακρυνόμενη από οποιοδήποτε συγκεκριμένο υπο-κείμενο δείγμα, έρχεται να ξεμπροστιάσει «με το γάντι» τη λεξιλαγνεία και τη ληροσοφία μιας ολόκληρης καθεστηκυίας τάξης λογοτεχνικών πραγμάτων, της οποίας δεν κάνει άλλο από το να καταχράται απλώς τα όπλα και της οποίας μεμονωμένη έκφανση ήταν απλώς και η Φαύστα του τίτλου[65]. Και στη Μαρία την Πενταγιώτισσα, της οποίας ο τίτλος παραπέμπει σαφώς τόσο στο δημοτικό θρύλο της όμορφης και ατίθασης Μαρίας όσο και στις εμπορικά επιτυχημένες κινηματογραφικές διασκευές του, ο ίδιος συγγραφέας τελικά αποφεύγει να περιορίσει την υπονομευτική του διάθεση στο συγκεκριμένο δείγμα, που παρέχει μόνο την αφορμή για μια πολυστρωματική παρωδιακή σύνθεση που μεταπλάθει με αβρότητα πρόσωπα και μοτίβα και εκφραστικούς τρόπους από διάφορες «ταινίες φουστανέλας» («Γκόλφω», «Ο Αγαπητικός της Βοσκοπούλας» και άλλες) που σημείωναν τεράστια εμπορική επιτυχία μέχρι και τη δεκαετία του ’60 και συνεχίζονταν να προβάλλονται κατ’ εξακολούθηση στην ελληνική τηλεόραση της επόμενηςν –τουλάχιστον— δεκαετίας.
Έντονη διάθεση αρνητικής διακωμώδησης έχουμε προς το παρόν διαπιστώσει μόνο στην περίπτωση του μονόπρακτου Η Γαλάζια Χελώνα ή Οι Σουρρεαλιστές του Δημήτρη Ψαθά, έργο το οποίο, ωστόσο, και πάλι δεν στρέφει τα βέλη του απέναντι σε κάποιο συγκεκριμένο θεατρικό έργο ή θεατρικό συγγραφέα, παρά αλλάζει πεδίο στόχευσης για να καυτηριάσει την υπερρεαλιστική ποιητική, που άρχισε να αναπτύσσεται στην Ελλάδα μετά από τη δημοσίευση της «Υψικαμίνου» του Ανδρέα Εμπειρίκου το 1935, συγχρόνως με μια έξαρση του κινήματος στην Ευρώπη και στην Αμερική. Μέσα σε ένα γενικότερο κλίμα αντίδρασης στην εμφάνιση των πρώτων υπερρεαλιστών, καρπός της οποίας αντίδρασης υπήρξαν πολυάριθμες ποιητικές «παρωδίες»[66], η απέχθεια του θεατρικού συγγραφέα προς τους σουρεαλιστές και τους θαυμαστές τους, η αντίδρασή του στους παραλογισμούς και τις ακρότητες της πρωτοπορίας, δηλώνεται ήδη από τα προσδιοριστικά και τα ονόματα ορισμένων δραματικών προσώπων («Κα Ζωζώ: φιλολογόπληκτη κυρία – Ο μαιτρ: αρχηγός των σουρρεαλιστών, τρελλάρας – Λούπης Αλούπης: οπαδός του, παρομοίως»), από τις σκηνικές οδηγίες που τα συνοδεύουν ([ο μαιτρ] «Είναι ένας μεγαλοπρεπής αρχιτρελλάρας, βαρύς, βαθύς και σκοτεινός, που βλέπει τον κόσμο σαν μυρμήγκια. Το ύφος του είναι ένα ύφος ανθρώπου που κάνει υψηλή τιμή στο σπίτι που βρίσκεται και στους ανθρώπους που μιλά»), αλλά και από την ίδια τη διάρθρωση και την εξέλιξη της δράσης: Η «Γαλάζια Χελώνα» είναι ένα ποίημα του Μαιτρ Δυσσέας Συννεφιάς, το οποίο ο τελευταίος θα απαγγείλει αυτοπροσώπως σε φιλολογική βραδυά στο σπίτι της φιλολογόπληκτης Ζωζώς και της κόρης της. Η πομπώδης απαγγελία του ακατανόητου ποιήματος αφήνει το ακροατήριο συνεπαρμένο από ενθουσιασμό, ενώ ο κ. Φλωράς, ο άντρας της Ζωζώς και αντίθετος με τις δραστηριότητες της συζύγου του, παρακολουθεί εμβρόντητος. Από την απαγγελία απουσιάζει αρχικά ο Χρήστος Τσίμπας, ο νέος που ο Φλωράς θέλει να παντρέψει με την κόρη του, η οποία όμως, μαζί με τη μητέρα της, τον απορρίπτουν επειδή δεν έχει «πνευματικές ανησυχίες». Στη διάρκεια της απαγγελίας του ποιήματος, έρχεται ο Χρήστος, που είναι γιατρός, και «μπαγλαρώνει» τον Μαιτρ, τον οποίο κουράριζε έξι μήνες στο Φρενοκομείο. Οι δύο γυναίκες αντιδρούν, και ο Φλωράς έξαλλος φωνάζει στο τέλος του μονόπρακτου: «Πάρτες κι’ αυτές τις δυο μέσα, γιατρέ, πάρτες! Γιατί κατά λάθος είναι απ’ έξω! Είναι κι’ οι δυο τους χλουχλές, μουχλές κι’ απόχλουχλες!».
ii. Μ’ αυτά τα δεδομένα ανά χείρας, η νεοελληνική παρωδία, νοούμενη ως κριτική επίσκεψη –με διακωμωδητική πρόθεση— ενός παλαιότερου κειμένου, δεν φαίνεται να έχει λειτουργήσει πρωτίστως ως όπλο σε προσωπικές λογοτεχνικές διαμάχες, όπως συνέβαινε π.χ. στον κλασικό 5ο αι. π.Χ., με τις παρωδιακές «επιθέσεις» του Αριστοφάνη στον Ευριπίδη, ή στο γαλλικό 17ο αιώνα με τους Boileau, Racine, Furetiere, Chapelle να διασκευάζουν επί το κωμικότερον τέσσερις σκηνές της πρώτης πράξης του Cid στη λογοτεχνική παρωδία Chapelain decoiffé (1664-1665)[67]. Πολύ μάλλον αρέσκεται να θέτει τον τύπο επί των ήλων σημαντικών αρχαίων μύθων και σημαντικών έργων της κλασικής τραγικής γραμματείας, απολαμβάνοντας να εξορκίζει το «τραγικό» και το «σοβαρό» και να συρρικνώνει σε απλά φαντάσματα τους ήρωες, που επί αιώνες, στοίχειωναν και εξακολουθούν να στοιχειώνουν το φαντασιακό της σχολικής εκπαίδευσης, της εγκυκλοπαιδικής κουλτούρας και της θεατρικής πρακτικής. Κι όλα αυτά κατά πρώτο και κύριο λόγο σε μια καθαρή άσκηση ύφους και σε μια παιγνιώδη ενασχόληση, που οδηγεί το συγγραφέα σε θέματα, πρόσωπα ή κείμενα που γνωρίζει και αγαπάει από καιρό και τα οποία κατά κάποιον τρόπο θέλει να ιδιοποιηθεί, ανατρέποντας τις πραξιακές ισορροπίες και παραποιώντας κατάφωρα τη διάρθρωσή τους, με την ίδια χαρά και πονηριά που και ένα μικρό παιδί χαίρεται να μουτζουρώνει και να παραμορφώνει τους μυθικούς και ιστορικούς ήρωες των σχολικών του βιβλίων του, με τους οποίους έχει μεγαλώσει και έχει νανουριστεί[68]. Το υπο-κείμενο πρότυπο (μυθικό ή ιστορικό επεισόδιο, κλασικό ή μη κείμενο κτλ.) λειτουργεί τότε σαν μία έτοιμη συνταγή ενός γνωστού πιάτου, με βάση την οποία ο συγγραφέας έρχεται να προσθέσει νέα υλικά, κυρίως καρυκεύματα, να αφαιρέσει κάποια άλλα, να αλλάξει τις δοσολογίες, να δοκιμάσει νέους συνδυασμούς, με σκοπό να αιφνιδιάσει ευχάριστα, με τη νέα όψη και γεύση, τον καλεσμένο αναγνώστη του[69]. Η πολύ πρώιμη Κωμωδία του μήλου της έριδος επιδίδεται σε ένα τέτοιο «ανάλαφρο παιχνίδι τέρψης και διασκέδασης», το οποίο «δεν φαίνεται να έχει άλλο άμεσο στόχο παρά τη χιουμοριστική υπονόμευση της λογοτεχνικής σύμβασης και τη σατιρική απομυθοποίηση του Δωδεκάθεου», σε μια «πειραματική υπέρβαση του απαγορευμένου από την ηθική του Αστικού Διαφωτισμού»[70]. Αλλά και Οι Μνηστήρες της Πηνελόπης και η Επάνοδος του Οδυσσέως του Παναγιώτου Ζάνου, η κωμωδία του Νικολάου Λάσκαρη Ο Μίδας και ο κουρεύς του, η κωμωδία Από τη γη’ς τον ουρανό του Πολύβιου Δημητρακόπουλου, η Ιφιγένεια εν Αυλίδι του Κόκκου Ταχιτζή, η Επιστροφή των Θεών του Τίμου Μωραϊτίνη, οι Θεομαχίες και τα Γενέθλια του Δία του Κύπρου Χρυσάνθη, η Ζώνη Ασφαλείας και Η… περικαυκαλαία του Οδυσσέα του Σταύρου Μελισσηνού, είναι μερικές από τις νεοελληνικές διασκεδαστικές «μυθο-παρωδίες», χωρίς κριτικές αναφορές σε γεγονότα και πρόσωπα της πραγματικότητας και χωρίς άλλη υποδηλούμενη πρόθεση ή εντοπιζόμενη λειτουργικότητα πέραν της καθαρής τέρψεως του γράφοντος και του αναγιγνώσκοντος.
iii. Πέραν της λειτουργίας της ως άσκησης αρνητικής κριτικής ή ως παιγνιώδους ενασχόλησης, η παρωδία μπορεί να λειτουργεί επίσης μέσα από την ιδιοποίηση της εγκυρότητας του παρωδούμενου κειμένου, «έτσι ώστε είτε το νέο κείμενο να βρει μεγαλύτερη απήχηση στους αναγνώστες/θεατές του, είτε να ενδυναμωθεί το περιεχόμενό του από τη διάσταση ανάμεσα στα δύο αξιολογικά συστήματα που συνυπάρχουν στην παρωδία»[71]. Έτσι, αν από όλο το φάσμα της νεοελληνικής ποίησης ο Καβάφης είναι ο πιο παρωδούμενος ποιητής, δεν είναι ίσως τυχαίο ότι από όλο το φάσμα της νεοελληνικής δραματουργίας ο τρωικός και ειδικότερα ο οδυσσεϊκός μυθικός κύκλος είναι οι πιο γενναιόδωρες πηγές υλικού προς μυθοπαρωδία (Οι μνηστήρες της Πηνελόπης και η Επάνοδος του Οδυσσέως του Παναγιώτου Ζάνου, Τρωικός Πόλεμος των Αλέκου Σακελλάριου και Χρήστου Γιαννακόπουλου, Η … περικακαυλαία του Οδυσσέα του Σταύρου Μελισσηνού, η Οδύσσεια του Μανώλη Σκουλούδη, Τα όπλα του Αχιλλέα και Το ξενοδοχείον η Κίρκη του Δημήτρη Χριστοδούλου, Οι τριακόσιοι της Πηνελόπης του Γιώργου Χαραλαμπίδη, Η Πηνελόπη και οι μνηστήρες του Κώστα Σωκράτους, Οδυσσέα γύρισε σπίτι και Η τελευταία πράξη του Ιάκωβου Καμπανέλλη…), ενώ η ευριπίδεια δραματουργία είναι η πλέον προτιμώμενη πηγή θεμάτων και προσώπων προς παρατραγώδηση (Ιφιγένεια εν Αυλίδι του Κόκκου Ταχιτζή, Ιφιγένεια εν Μαύροις του Δημήτρη Ψαθά, Το ψέμμα του Ιάσονα του Δημήτρη Χριστοδούλου, Οι Κάφροι ή η αληθινή ιστορία του Μενελάου και της Ελένης του Βασίλη Ζιώγα, Μήδεια του Μέντη Μποσταντζόγλου). Το κύρος και η διάδοση των αρχαίων μύθων και τραγικών έργων, που υποφώσκουν στα παραπάνω νεοελληνικά θεατρικά έργα, κυκλοφορούν στη συλλογική μνήμη συνθέτοντας έναν κοινόχρηστο κώδικα καθημερινής επικοινωνίας, που οφείλει πολλά στη σχολική παιδεία και παράδοση (χωρίς να προϋποτίθεται πάντα, εάν πρόκειται ιδιαίτερα για τραγωδίες, η προσωπική ανάγνωση ή η προσωπική παρακολούθηση κάποιας θεατρικής παράστασης), και δανείζοντας κατ’ επανάληψη στους συγγραφείς μια ευάγωγη φόρμα, όπου χύνονται νέα υλικά, τα οποία συχνά επιφέρουν χαώδη ρήξη ανάμεσα στην καθιερωμένη αναπαράσταση περί του προτύπου και την προτεινόμενη απροσδόκητη μεταλλαγή του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ιδιοποίησης της εγκυρότητας του παρωδούμενου κειμένου, έτσι ώστε το περιεχόμενο του νέου κειμένου να ενδυναμωθεί από τη διάσταση ανάμεσα στα δύο αξιολογικά συστήματα που συνυπάρχουν στην παρωδία, και ταυτόχρονα να ενισχυθεί η κριτική του διάσταση, είναι η Ιφιγένεια η εν Μαύροις. Ο Δημήτρης Ψαθάς αφηγείται τη δημοφιλή ευριπίδεια τραγική ιστορία με το δικό του σκωπτικό τρόπο και με το δικό του βαθύ κριτικό πνεύμα, μεταφέροντας την τραγική υπόθεση στον καιρό της κατοχικής πείνας –οπότε ανεβάστηκε το έργο[72]– και ανατρέποντας το «αίσιο τέλος» του τραγικού υπο-κειμένου έτσι ώστε να προβάλει αποτελεσματικότερα το «αδιέξοδο» της εποχής του παρωδιακού υπερ-κειμένου. Το εγχείρημα επέτυχε. Όπως ο ίδιος ο συγγραφέας θυμάται, «η γερμανική λογοκρισία που την ενέκρινε, όταν την είδε στη σκηνή, κατάλαβε ότι κάτω από το πρόσχημα της χοντροκομμένης παρωδίας δινόταν μια ζωηρή κι αληθινή εικόνα της πείνας κι απαγόρευσε να ξαναπαιχτεί. Ένας Γερμανός ελληνιστής εξάλλου, με ιερή συγκίνηση διαμαρτυρήθηκε στην Ένωση Συντακτών και στην ελληνική λογοκρισία γιατί…διασυρόταν ο Ευριπίδης! Οι χιλιάδες των νεκρών μας ωστόσο δεν εκίνησαν καθόλου ούτε την οργή ούτε καν την προσοχή του σοφού Γερμανού ελληνολάτρη»[73].
iv. Η παρωδία ενός έργου εγκαθιδρύει συχνά ένα παιχνίδι συγκρίσεων και σχολίων με την ευρύτερη πολιτιστική και, ειδικότερα, θεατρική παράδοση, επανεγγράφοντας και μετασχηματίζοντας τη σύνολη μορφική και ιδεολογική διάρθρωση του ενός ή των περισσοτέρων ενδεικτικών υπο-κειμένων προτύπων, που τροφοδοτούν την επίφυτη δράση. Η παρωδία ενδέχεται έτσι να συνιστά «διάλογο με τη λογοτεχνική παράδοση», με στόχο όχι την κριτική ή το σχολιασμό, ενδοκειμενικό ή εξωκειμενικό, ενός συγκεκριμένου «δείγματος», αλλά την υπέρβαση και αναδημιουργία, την επαναδραστηριοποίηση και επανακωδικοποίηση της ίδιας της θεατρικής γραφής, της οποίας αποτελεί τότε σύμπτωμα και, ταυτόχρονα, κριτικό εργαλείο[74]. Στη μεταπολεμική ειδικά Ελλάδα, κάτω από την επίδραση του προηγηθέντος ευρωπαϊκού μοντερνισμού, η ελληνική μυθολογία, που ήταν ήδη ενεργά παρούσα στη θεματολογία του νεοελληνικού θεάτρου, αυτή την εποχή είναι σαν να ανακαλύπτεται εκ νέου από ορισμένους θεατρικούς συγγραφείς, ευηκόους και ευαίσθητους στις αλλαγές των καιρών, οι οποίοι έρχονται να κλονίσουν έως να ανατρέψουν άρδην γνωστούς αρχαίους μύθους, προκειμένου να επανατοποθετήσουν τη διαχρονικότητά τους αλλά και να διερευνήσουν την κωμικότητά τους στην εποχή των μεγάλων αγωνιών και των μεγάλων ερωτημάτων. Οι «αλληγορικές παρωδίες από τον χώρο της αρχαιότητας», Οδυσσέα γύρισε σπίτι και Ο μπαμπάς ο πόλεμος του Ιάκωβου Καμπανέλλη[75], τα αρχαιόθεμα έργα του Δημήτρη Χριστοδούλου, Οι τριακόσιοι της Πηνελόπης του Γ. Χαραλαμπίδη, η «κωμωδία πάνω σ’ ένα τραγικό θέμα» Το Προξενιό της Αντιγόνης του Βασίλη Ζιώγα, η «κωμωδία φλυάκων» Οι Κάφροι ή η αληθινή ιστορία του Μενελάου και της Ελένης και η τρίπρακτη «κωμωδία δυσάρεστη» Αστική μυθολογία ή Πασχαλινά Παιχνίδια του ίδιου συγγραφέα, ακόμη και το πρώτο θεατρικό έργο του Ανδρέα Στάικου, ο Δαίδαλος, συνιστούν παραδείγματα νεοελληνικής γραφής, συγκεντρωμένα κατ’ εξοχήν στη δεκαετία του 1960, τα οποία, παρ’ όλες τις επιμέρους αισθητικές, υφολογικές, γλωσσικές, ιδεολογικές διαφοροποιήσεις τους, αναπνέουν από κοινού στην ατμόσφαιρα της «μυθοπαρωδίας», της κωμικής υπονόμευσης του μύθου, τον οποίο και χρησιμοποιούν μάλλον ως όχημα προκειμένου να υπερβούν τελικά τα σχήματα της μυθικής πλοκής και να τα διοχετεύσουν σε νέες μορφικές και θεματικές διόδους, ριζοσπαστικές και εικονοκλαστικές σε σχέση με την εξιδανικευτική ηρωολατρεία και τον ηθικοδιδακτικό καθωσπρεπισμό του παρελθόντος ελληνικού θεάτρου[76], αλλά και σε σχέση με το «θέατρο της καθημερινής ζωής», από το οποίο αντλούσαν πρωτίστως την έμπνευσή τους οι συγγραφείς της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, που συσπειρώθηκαν γύρω από το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν[77]. Ο αντιρρεαλισμός των έργων αυτών, το ηθελημένο παιχνίδι τους με τα δεδομένα των κλασικών της αρχαιότητας, οι συνειδητοί υπαινιγμοί τους σε σύγχρονα γεγονότα και οι αναχρονισμοί τους μαρτυρούν την ανάγκη δημιουργικής μετάπλασης του μυθικού υλικού, με στόχο την επανενεργοποίηση της θεατρικής γραφής, ώστε αυτή να μπορέσει να ανταποκριθεί και ίσως να αποκριθεί στα νέα αιτήματα.
Η επανενεργοποίηση τείνει πλέον να καθοριστεί εδώ από τη διαφορά μάλλον παρά από την ομοιότητα, σε μια κατεξοχήν παραγωγική και δημιουργική προσέγγιση της παράδοσης από την παρωδιακή γραφή, προσέγγιση η οποία θα δώσει στη συνέχεια του 20ού αιώνα και άλλους εύχυμους καρπούς. Στην περίπτωση λ.χ. του Ιάκωβου Καμπανέλλη, ο οδυσσεϊκός μύθος, που απασχολεί το συγγραφέα ήδη στις αρχές της θεατρικής σταδιοδρομίας του με το Οδυσσέα γύρισε σπίτι (πρωτογράφεται το 1952) και στον οποίο επανέρχεται πολλά χρόνια αργότερα με την άπαιχτη «νυχτερινή κωμωδία» Ο Κανείς και οι Κύκλωπες –«έργο γραμμένο σύμφωνα με τις επιταγές της σύγχρονης δραματογραφίας περί αυτοαναφορικότητας της θεατρικής πράξης»[78]– θα ολοκληρώσει (;) τον αυτοαναφορικό κύκλο του σαράντα πέντε περίπου χρόνια αργότερα με την Τελευταία Πράξη, που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά από την Πειραματική Σκηνή της Τέχνης στη Θεσσαλονίκη κατά τη χειμερινή περίοδο 1997-1998. Το έργο έρχεται να προκαλέσει για άλλη μία φορά τις λογοτεχνικές και θεατρικές μεταγραφές του ομηρικού ήρωα, σε «μια έξοχη θεατρική μελέτη για την αναγκαιότητα του μύθου και τη δύναμη του θεάτρου»[79], όπου «το ερμηνευτικό πλαίσιο του πρώτου έργου [Οδυσσέα γύρισε σπίτι], ο συλλογικός Μύθος είναι πιο δυνατός από την ατομική πραγματικότητα, μετατίθεται κάπως και γίνεται τώρα: το θέατρο, που παριστάνει τους μύθους, είναι πιο δυνατό από την πραγματικότητα, γιατί είναι καλλιτεχνική πραγματικότητα, ουσιαστικοποιημένη και συμπυκνωμένη»[80].
v. Τη νεοελληνική γκάμα των λειτουργιών της θεατρικής παρωδίας έρχεται να επιστεγάσει η αυτοπαρωδία, κατηγορία συγγενική με την προηγούμενη, η οποία είτε συνυπάρχει με τις παραπάνω κατηγορίες παρωδίας είτε λειτουργεί αυτόνομα και στόχο της έχει την ίδια τη συγγραφική πράξη και τη θεατρική πρακτική, τις συμβάσεις και τους όρους τους, σε μια έντονα αυτοαναφορική διερεύνηση της ταυτότητας, της λειτουργικότητας ή και της δεοντολογίας τους[81]. «Καρπός» και «αγαπημένη πρακτική» του μοντερνισμού στο χώρο της λογοτεχνίας, η αυτοπαρωδία, όπως επισημαίνει η Κατερίνα Κωστίου, γνωρίζει ακόμη μεγαλύτερη άνθιση –ή τουλάχιστον ακονίζεται η κριτική ευαισθησία μας απέναντί της— και «μέσα στο πλαίσιο του μεταμοντερνισμού, καθώς δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στη μίξη ετερογενούς υλικού –πρακτική που ευνοεί (κοντά σε άλλες) και την παρωδία»[82]. Σ’ αυτό ακριβώς το μεταίχμιο μεταξύ μοντερνισμού και μεταμοντερνισμού κινούνται και οι ολιγάριθμες, πλην εξαιρετικά ενδιαφέρουσες εκφράσεις της αυτο-παρωδίας στο νεοελληνικό θέατρο. Ως αντιπροσωπευτικά παραδείγματα ξεχωρίζω εδώ το συνολικό έργο του Ανδρέα Στάικου και του Πάρι Τακόπουλου, δύο συγγραφείς που σηματοδοτούν ήδη –ο καθένας με το ιδιαίτερο ύφος και την ιδιαίτερη δραματική τεχνική του— μοναδικές περιπτώσεις στην ιστορία της νεοελληνικής δραματουργίας. Για την αυτοαναφορική έως έντονα αυτοπαρωδιακή λειτουργία του έργου του Ανδρέα Στάικου, ο οποίος, ήδη από τον μυθολογικής εμπνεύσεως Δαίδαλο (1971)[83] μέχρι τον πρόσφατο Καπνοκράτορα με την «αινιγματική ιέρεια του έρωτα», Ιφιγένεια (2005)[84], δεν έχει πάψει να μας ξαφνιάζει με τους παράδοξους αισθητικούς, «παραπαίοντες μεταξύ φαντασίας και παρα-ιστορίας», κόσμους που δημιουργεί[85], αφήνουμε να μας μιλήσει ένας από τους πρώτους συστηματικούς μελετητές του έργου του, ο Σάββας Πατσαλίδης: «Ο Στάικος σε όλα τα έργα του κάνει κυριολεκτικά μεταθέατρο, άλλοτε με τον Marivaux υπό μάλης, άλλοτε τον Genet, άλλοτε τον Pirandello, τον Shakespeare ή τον Μολιέρο. Με αρωγό μια σκόπιμα κομψευόμενη και άκρως τεχνητή γλώσσα, σχολιάζει και δραματοποιεί το εγγενές δυναμικό του μέσου και παράλληλα το εκμεταλλεύεται προς ίδιον όφελος. Όπως ο ίδιος, ως συγγραφέας, προδίδει τα δάνειά του, ακόμη και την ίδια τη διαδικασία (ανα)παραγωγής του νοήματος, έτσι προδίδουν και τα θεατρικά τους τεχνάσματα οι ήρωές του. Κανένας δεν υφίσταται (ούτε καν θέλει να υφίσταται) πέρα από το ψέμα που του υπόσχεται η μάσκα του»[86].
Στοιχεία που χαρακτηρίζουν σήμερα το καλούμενο «μεταμοντέρνο», συναντώνται σε ένα κείμενο γραμμένο τριάντα χρόνια πριν, παρατηρεί ο Δημήτρης Τσατσούλης σχετικά με την Κενή Διαθήκη του Πάρι Τακόπουλου[87], το θέατρο του οποίου, σύμφωνα με τη Χαρά Μπακονικόλα, «αποτελεί ίσως την πιο γνήσια έκφραση του ‘θεάτρου του παραλόγου’ που έχουμε στην Ελλάδα»[88]. Ένα θέατρο το οποίο διατρέχουν σε όλη την έκτασή του αλλεπάλληλες αναφορές σε μορφές και δημιουργίες του πνεύματος, της παγκόσμιας λογοτεχνίας και ιστορίας, αναφορές οι οποίες συχνά δρομολογούνται ήδη από τον τίτλο (πρβλ. Ο γύρος του κόσμου σε οκτώ λεπτά, Τόνοι και πνεύμα ενός ελληνικού τανγκό, Ο προτελευταίος των Μόνικιν, Τειρεσίας Δεσμώτης, Εάν ζούσε ο Ιπποκράτης) και οι οποίες συνθέτουν, ανά κάθε σχεδόν έργο, ένα βαθιά επεξεργασμένο και, ταυτόχρονα, «κωμικά κονιορτοποιημένο» λογοτεχνικό παλίμψηστο. «Η αιφνίδια παρέμβαση λογοτεχνικών, φιλοσοφικών και ιστορικών ρήσεων ή υπαινιγμών στο δραματικό διάλογο ή μονόλογο των προσώπων, καθώς και η γελοιογραφική παραποίησή τους, επιφέρουν μοιραία και την παραχάραξη μιας γλώσσας που υπολειτουργεί αφ’ εαυτής –εννοώ, χωρίς τις αποδομητικές παρεμβάσεις του Τακόπουλου. Οι δηλώσεις συμπλέκονται με ειρωνικές συμπαραδηλώσεις, και το διακείμενο συχνά προσδένεται απειλητικά στο κείμενο. Γι’ αυτήν τη μείξη, ο θεατής δεν προετοιμάζεται καθόλου, και ο συγγραφέας δεν φαίνεται διατεθειμένος να δίνει εξηγήσεις για τις πηγές του, ούτε όταν κι αυτές είναι αδιαφανείς και απροσπέλαστες. Ο Τακόπουλος λειτουργεί σαν ζωγράφος της γλώσσας: ο νοών νοείτω –αν όχι, ο μη νοών ας παρακολουθεί ως ακροατής τις ηχητικές παρεκτροπές και τις παγίδες του λόγου, που είναι καθαυτές τρομοκρατικές, γιατί δεν γίνονται μόνο ‘παιδιάς ένεκεν’», παρατηρεί η Χαρά Μπακονικόλα[89] σχετικά με τον αιρετικό, αναιρετικό και αυτοαναιρετικό θεατρικό λόγο του Πάρι Τακόπουλου, που αρέσκεται στη συνεχή αυτοπαρωδητική ανασημασιοδότηση, η οποία αποτελεί και την τελευταία λειτουργία της παρωδίας, που σχολιάστηκε εδώ, πριν υπεισέλθουμε στο –επίμαχο θεωρητικά— θέμα της σχέσης παρωδίας και σάτιρας στο νεοελληνικό θέατρο.
Παρωδία και σάτιρα
Παρ’ όλες τις προσπάθειες να χαραχτούν τα όρια ανάμεσα στην παρωδία και τη σάτιρα, αυτά παραμένουν δυσδιάκριτα και ευχερώς διαβατά, ειδικά όταν η παρωδία δεν περιορίζεται μόνο στο σύστημα της έκφρασης και στα αισθητικά συμφραζόμενα, αλλά διανοίγεται προς το σύστημα του περιεχομένου και τα ηθικά και κοινωνικά συμφραζόμενα, με άλλα λόγια, όταν δεν αρκείται στη μορφοτυπική υπονόμευση των συμβάσεων ενός είδους λόγου, του ύφους μιας εποχής, ενός κινήματος ή ενός συγκεκριμένου συγγραφέα ή ενός συγκεκριμένου έργου ενός συγγραφέα, παρά επωμίζεται ένα διδακτικό, αναμορφωτικό ρόλο, αντιπαραθέτοντας στις διακωμωδούμενες αξίες ένα συνεκτικό σύστημα δηλούμενων ή υποδηλούμενων αντι-αξιών[90]. ΄Ετσι, όπως συμβαίνει γενικότερα στην ιστορία της λογοτεχνίας και του θεάτρου, έτσι και στην περίπτωση του νεοελληνικού θεάτρου, οι όροι και τα είδη της σάτιρας και της παρωδίας πολύ συχνά «διαπλέκονται και συνοδοιπορούν»[91], με τη σάτιρα από τη μια μεριά, η οποία εν γένει διαθέτει ένα ευρύ φάσμα τεχνικών και ενδιαφέρεται για ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών πρακτικών[92], να χρησιμοποιεί συχνά ως μέσο της τα υπονομευτικά σχήματα της παρωδίας για να επιτύχει τους εξωκειμενικούς σκοπούς της, και με την παρωδία, από την άλλη μεριά, να ενεργοποιεί συχνά μηχανισμούς κριτικής κατά την κωμική αναπαράσταση ενός λογοτεχνικού ή άλλου καλλιτεχνικού υποκειμένου προτύπου.
Η θεατρική παρωδία, επαναδραστηριοποιώντας το δεδομένο γλωσσικό και θεματικό υλικό ενός άλλου κειμένου (θεατρικού, μυθικού, λογοτεχνικού κτλ.), προβαίνει συχνά όχι μόνο σε κριτική του δεδομένου υλικού αλλά και σε κριτική της σχέσης αυτού του υλικού με τα κοινωνικά και ιστορικά συμφραζόμενα της εποχής παραγωγής ή, μάλλον, της εποχής επανα-παραγωγής του, αναλαμβάνοντας τότε μια πρόσθετη –πέραν της «παιγνιώδους» μεταγλωσσικής ανατροπής— «σοβαρή» κοινωνιοκριτική στόχευση, που την προσεγγίζει στα εδάφη της αναμορφωτικής σάτιρας[93]. Παραδείγματα από τέτοιου είδους «κριτικές», «σατιρικές» παρωδίες το νεοελληνικό θέατρο έχει να προσφέρει πολλά, από όλες τις επιμέρους περιόδους της ιστορίας του: η τρίπρακτη κωμωδία του Τίμου Μωραϊτίνη Η επιστροφή των θεών, που παίχτηκε τον Αύγουστο του 1922, παρ’ όλη την κυριαρχία του διασκεδαστικού στόχου της διακωμώδησης του δωδεκαθέου, περιλαμβάνει πλήθος επικαιρικές, ιδεολογικά φορτισμένες, αναφορές: στο έργο των ξένων αρχαιολογικών εταιρειών και στους αρχαιοκάπηλους, στην τάση αυτοκαταστροφής των ανθρώπων, η οποία τους οδήγησε στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, στην αδυναμία των ανθρώπων να δώσουν λύσεις στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν, στη γενικότερη παραλυσία και έλλειψη πίστης, στον τρόπο με τον οποίο τα ξένα κράτη αντιμετωπίζουν τη χώρα και η κατάσταση που επικρατεί στην Αθήνα κτλ.[94]· στη «σατιρική κωμωδία σε έξι ταμπλό» Τρωικός Πόλεμος των Αλέκου Σακελλάριου και Χρήστου Γιαννακόπουλου, που παίχτηκε το 1948 στο Θέατρο Κεντρικό, από το θίασο του Βασίλη Λογοθετίδη, «οι τρεις μεγάλοι αρχηγοί Αχιλλέας, Αγαμέμνονας και Οδυσσέας παραγνωρίζουν τα δικαιώματα των μικρότερων –σαφής υπαινιγμός για τους ‘τρεις μεγάλους’–, χρησιμοποιούν μεγαλόστομες ρητορείες που καμουφλάρουν τους πραγματικούς σκοπούς των πολέμων, ενώ υποδηλώνονται διάφορες άλλες σύγχρονες καταστάσεις»[95]· «παρωδιακό στοιχείο και πικρή σάτιρα» αναμιγνύονται με σοφές δόσεις και στην «κωμωδία» Οδυσσέα γύρισε σπίτι και στην Τελευταία Πράξη του Ιάκωβου Καμπανέλλη, όπως παρατηρεί ο Δημήτρης Τσατσούλης, έργα στα οποία εξίσου, «αν και με τελείως διαφορετική θεματική διαπραγμάτευση, το μυθικό πρόσωπο του Οδυσσέα αντιδιαστέλλεται προς τον πραγματικό Οδυσσέα, του οποίου η εμφάνιση δημιουργεί πολιτικο-οικονομικά προβλήματα τόσο στην άμεση οικογένειά του όσο και στην ευρύτερη βιομηχανία υλικών αγαθών, ηθικών αξιών και ιδεολογίας που η εμφάνιση του πραγματικού προσώπου απειλεί να καταστρέψει»[96]· «σπαρταριστή παρωδία» χαρακτηρίζει ο ίδιος μελετητής το πιο πρόσφατο έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη, το Μια Κωμωδία (ανέβηκε το καλοκαίρι του 2002 στο Ηρώδειο), «που θέλει τον Άδη να μετατρέπεται, λόγω ξαφνικής αραίωσης παρεπιδημούντων, και κατόπιν επίμονης διαφημιστικής καμπάνιας, σε τουριστικό θέρετρο στο οποίο συνωστίζονται να ‘πεθάνουν’ διάφοροι επενδυτές, Πλούτων, Περσεφόνη, Κέρβερος, Μίνως, Αιακός, Δίας και Ερμής…» και έργο το οποίο «ανέβηκε ως απολαυστικό υπερθέαμα, ως μιούζικαλ, χωρίς να χάσει το λεπτό καυστικό του χιούμορ αλλά και τις αριστοφανικές καταβολές του»[97]· στο Ψέμα του Ιάσονα του Δημήτρη Χριστοδούλου (γράφτηκε το 1959 και παρουσιάστηκε στη σκηνή το 1975), «είναι σαφής η πρόθεση του συγγραφέα να διαπραγματευτεί, με αναφορά στη σύγχρονη πραγματικότητα, τους μηχανισμούς της εξουσίας και το θέμα του συμβιβασμού όσων αγωνίστηκαν κάποτε και χωρίς κανέναν προβληματισμό στη συνέχεια συνέπλευσαν με το πολιτικό και κοινωνικό κατεστημένο, ιεραρχώντας πλέον ως πρώτο ιδανικό τους την καταξίωση»[98]· για τη συμπλήρωση των 150 παραστάσεων του έργου Τα όπλα του Αχιλλέα επίσης του Δημήτρη Χριστοδούλου (γράφτηκε το 1963 και παραστάθηκε το 1977) ο Μποστ, στενός φίλος του συγγραφέα, αναφέρεται, μεταξύ πολλών άλλων, στη στενή διαπλοκή της ψυχαγωγικής και της διδακτικής πρόθεσης του έργου: «Πίσω από τις επιπόλαιες φαινομενικά κουβέντες των ηρώων του ακούγονται πανάρχαιες αλήθειες. Κάθε κωμωδία έχει βέβαια σαν στόχο να διασκεδάζει το θεατή, αλλά ταυτόχρονα να τον διδάσκει και να τον προβληματίζει. Και τα στοιχεία αυτά τα έχει με το παραπάνω το έργο που θα δείτε […] Από τα προτερήματα του έργου κυριώτερα είναι η ζωντανή Ρωμέικη γλώσσα, ο γρήγορος ελληνικός διάλογος, η πρωτοτυπία του θέματος –ο Δ. Χ. αποφεύγει τις διασκευές, που αποτελούν την ευκολότερη λύση για άλλους— τα εμβόλιμα χορικά που ξεκουράζουν το θεατή και τον γεμίζουν ευφορία και οι άφθονες κωμικές καταστάσεις. Με λίγα λόγια ο Δ. Χ. έγραψε μια κωμωδία υποδειγματική που ευχαρίστως θα την υπέγραφε και ο Αριστοφάνης!»[99].
Στην περίπτωση ειδικότερα του Μέντη Μποσταντζόγλου και κατά κόσμον Μποστ, η Χαρά Μπακονικόλα κρίνει ότι «δεν υπάρχει κανένα κείμενό του (θεατρικό, πεζό ή σε κόμικς) που να μην περιέχει πολιτική νύξη, η οποία εκτοξεύεται, βέβαια, με αιφνίδιο τρόπο και από εκεί που δεν το περιμένεις καθόλου…»[100], αν και, όπως παρατηρεί ο Κώστας Γεωργουσόπουλος αυτή τη φορά, «[ο Μποστ] δεν ευστοχεί πάντα στην επίκαιρη πολιτική σάτιρα. Δεν είναι εκεί το φόρτε του. Δίνει την εντύπωση του βεβιασμένου σχολίου. Η δική του κριτική πετυχαίνει, όταν αναφέρεται σε καταστάσεις»[101]. Στο Ημερολόγιο μιας χήρας, που εστιάζει το παρωδιακό του στόχαστρο στο χώρο της κινηματογραφικής παραγωγής, ο συγγραφέας φαίνεται εξαρχής πολύ κατηγορηματικός, διά στόματος του Πρωταγωνιστή, που απευθύνει τον «Πρόλογο», έξω από τις κουίντες, απευθείας στο κοινό: «[…] Δεύτερη μεγάλη πρωτοτυπία του έργου μας [η πρώτη ήταν ότι στερείται υποθέσεως], είναι ότι δεν έχει επίσης καθόλου πολιτική σάτιρα, διότι, κακά είναι τα ψέματα. Με την πολιτική σάτιρα δεν πέφτουν κυβερνήσεις. Αντιθέτως, όσο πιο πολύ σατιρίζονται, τόσο και πιο πολύ παραμένουν ορισμένα καθεστώτα. Άρα κ’εκεί κάποιο λάθος συμβαίνει, σκεφθήκαμε. Ξέρω τώρα τι σκέπτεσθε: ‘Α, οι πονηροί…. Έχουν φαίνεται αιχμές στο έργο τους και καλοπιάνουν τη λογοκρισία για να μην τους κόψει ορισμένες σκηνές’. Λοιπόν να μου επιτρέψετε να σας πω ότι σφάλλετε. Η λογοκρισία αντιθέτως μετά φορτικότητος μας παρεκάλεσε να βάλουμε όση πολιτική σάτιρα θέλουμε και να εκφρασθούμε ελευθέρως. Αυτό μας έβαλε σε σκέψεις και είπαμε ότι για να μας το επιτρέπουν, φαίνεται ότι τους ευνοεί και το επιδιώκουν, επομένως εμείς δεν θα γίνουμε όργανά τους. ‘ΟΧΙ ΚΥΡΙΟΙ’. Δεν θα παίξουμε το παιχνίδι σας! Καταργούμε λοιπόν και την πολιτική σάτιρα, προς το συμφέρον του Λαού και κυρίως ημών των ιδίων. Αυτά… Θα είμεθα και πάλι μαζί σας σε πέντε λεπτά…». Ωστόσο, όπως και η πρώτη πρωτοτυπία αναιρείται από το έργο που ακολουθεί και έχει υπόθεση και μάλιστα αρκετά περιπλεγμένη, έτσι αναιρείται και η δεύτερη πρωτοτυπία από το ίδιο το έργο, που εμπεριέχει σαφείς και επαναληπτικές αιχμές πολιτικής. Άλλωστε και μόνο ο «Πρόλογος» να υπήρχε, το σατιρικό μήνυμα ενάντια στη «λογοκρισία» είναι ρητό, όπως άλλωστε ρητή είναι και η δήλωση του Βύρωνα Κορδάση, «ειδικού επί των ψυχικών νοσημάτων», ο οποίος αναλαμβάνει να απευθύνει στο κοινό τον «Επίλογο» του έργου: […] Παλαιότερον, εις περιπτώσεις ‘καταθλίψεως’, δηλαδή μεγαγχολίας, το Ίδρυμα εχρησιμοποίει το ηλεκτροσόκ, αλλά δεν το εφαρμόζομεν πλέον ως μη αποδοτικόν. Απόδειξις η περίπτωσης ασθενούς μας, ο οποίος μετά έντονον ηλεκτροσόκ κριθείς ιαθείς και απολυθείς, παρουσιάσθη ενώπιον του υποψηφίου Προέδρου των Ην. Πολιτειών και εζήτησεν να λάβει την Αντιπροεδρίαν. […]». Πέραν τούτων, το κείμενο είναι διάσπαρτο από σατιρικές νύξεις ενάντια στην εγχώρια και την παγκόσμια πολιτική σκηνή: αιχμές για τον Σαντάτ και την πολιτική του απέναντι στη Ρωσία, αιχμές για την υποψηφιότητα του Μαγκόβερν και απανωτοί υπαινιγμοί στην πιθανότητα –και την ελπίδα— απόσυρσης του αμερικανικού Έκτου Στόλου από την Ελλάδα, για τις αμερικανικές εκλογές, για την Τζάκυ και την πολυτελή ζωή της, για τον πόλεμο στο Βιετνάμ, ενώ το μιούζικαλ που γυρίζεται στο κινηματογραφικό στούντιο της Β΄ Εικόνας και διακωμωδείται απροκάλυπτα (βλ. σκηνικές οδηγίες), έχει ως πρωταγωνιστές την Έλεν και ένα «ναύαρχο του Αμερικανικού Ναυτικού».
Όπως ίσως φάνηκε από τα παραδείγματα που σκιαγραφήθηκαν αδρά και όπως θα μπορούσε να διαφανεί έτι μάλλον από την εμβριθέστερη ανάλυση και άλλων παραδειγμάτων, τα κίνητρα, οι τρόποι και οι λειτουργίες της παρωδίας πολύ συχνά συμμιγνύονται σε πολυσύνθετα κράματα, που αποκλείουν τις μονομερείς τοποθετήσεις και τις εύκολες γενικεύσεις και, κατ’ επέκταση, δυσχεραίνουν συχνά κάθε απόπειρα σαφούς και οριστικής οροθέτησης της παρωδίας και διαχωρισμού της από συναφείς λογοτεχνικές εκφράσεις, όπως είναι η κωμική διασκευή ή η κωμική σάτιρα. Το παρωδούμενο πρότυπο (μυθικό σχήμα, κείμενο, ύφος, σχολή, εποχή κτλ.) μπορεί να χρησιμεύει άλλοτε ως στόχος, άλλοτε ως μέσο και άλλοτε ως στόχος και μέσο ταυτόχρονα, ο θαυμασμός ή η συμπάθεια προς το παρωδούμενο πρότυπο μπορεί να μην αποκλείει καθόλου την ανηλεή περιπαικτική ανατροπή του («παιδεύει Κύριος ον αγαπά», άλλωστε) ή την ιδιοποίηση της εγκυρότητάς του για την ενίσχυση της «επίφυτης» εκδοχής του, η παιγνιώδης ενασχόληση μαζί του μπορεί κάλλιστα να συμβαδίζει με μια προσπάθεια επανακωδικοποίησης, αν όχι αποδόμησης της δραματικής γραφής, η ενδοκειμενική ενασχόληση της παρωδίας με τις γλωσσικές και δραματικές νόρμες δεν αποκλείει ντε φάκτο την εξωκειμενική επέκταση της στόχευσης και των ενδιαφερόντων της στα κοινωνικά, πολιτικά και πολιτιστικά συμφραζόμενα της εποχής παραγωγής της. Αρκετά συχνά, τα νεοελληνικά θεατρικά κείμενα ενεργοποιούν διαφορετικούς τρόπους και εκπληρούν διαφορετικές λειτουργίες της παρωδίας, προτείνουν περισσότερα του ενός μηνύματα στον αναγνώστη, ο οποίος καλείται τότε να επιστρατεύσει όλη τη λογοτεχνική και κοινωνική κριτική ευαισθησία του προκειμένου να αναγνωρίσει όσο το δυνατόν περισσότερα από τα –εσωτερικά και εξωτερικά— «θύματα» της εκάστοτε παρωδίας, που υποκρύπτονται μέσα στις γλωσσικές γραμμές και τα ιδεολογικά χαρακώματά της.
Η αναβίωση, η υποδοχή και η εξέλιξη της νεοελληνικής θεατρικής παρωδίας
Εάν ο Αριστοφάνης το 405 π.Χ. με τους Βατράχους και την αντιπαράθεση Αισχύλου-Ευριπίδη κέρδιζε το α΄ βραβείο στα Λήναια έναντι των Μουσών του Φρυνίχου, που είχαν επίσης ως θέμα την αντιπαράθεση της παραδοσιακής με τη νεωτερική ποίηση και κέρδισαν το β΄ βραβείο στις προτιμήσεις των αρχαίων θεατών, τα πράγματα δεν ήταν πάντα τόσο εύκολα και ρόδινα –τουλάχιστον εξαρχής— για τους Νεοέλληνες ομοτέχνους τους, που χρησιμοποίησαν την παρωδία του μύθου ή την παρωδία της θεατρικής (ή άλλης) τέχνης ως βασικό δομικό στοιχείο ενός μέρους ή του σύνολου έργου τους. ΄Ετσι, ενώ οι παρωδίες της ελληνικής μυθολογίας είχαν μεγάλη ιστορία στο λαϊκό θέατρο της Ευρώπης (Παρίσι, Βιέννη), στην Ελλάδα αφομοιώθηκαν με αρκετά μεγάλο δισταγμό, τουλάχιστον από μέρους των λογίων, αν κρίνουμε από τις ταραχώδεις συζητήσεις που προκάλεσαν η Ωραία Ελένη και ο Ορφέας στον Άδη του Jacques Offenbach στην Αθήνα της δεκαετίας του 1870[102], παραστάσεις που ήταν «μία από τις πιο αμφιλεγόμενες και δύσπεπτες για τους προγονόπληκτους Αθηναίους του 19ου αιώνα προσφορές στο δραματολόγιο των Γάλλων ηθοποιών»[103]. Κάτω από το άστρο του Offenbach και μέσα σε μια ατμόσφαιρα τέλειας ιδεολογικής και αισθητικής αμφιθυμίας απέναντι στα αρχαιόμυθα γαλλικά βωντβίλ, που γνώριζαν σημαντική απήχηση στην εξευρωπαϊσμένη αστική ελληνική τάξη της εποχής, «τα πρώτα βωντβίλ σε ελληνική γλώσσα», αλλιώς οι «πρώτες εγχώριες [και αρκετά ανώδυνες] παρωδίες της αρχαίας μυθολογίας» (των Σπυρίδωνος Βασιλειάδη, Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή, Παναγιώτη Ζάνου) συχνά δέχονται φλογερά τα πυρά της επίσημης κριτικής[104], με το κοινό να διχάζεται σε φανατικούς θαυμαστές και επικριτές τους και με τις εφημερίδες να αφιερώνουν πολύτιμο χώρο των σελίδων τους στην υπεράσπιση ή την καταδίκη τους.
Μισό περίπου αιώνα αργότερα, οι ομό-λογες καλλιτεχνικές αλλά και κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες δεν θα είναι περισσότερο ευνοϊκές για την άνθηση του παρωδιακού λόγου, που πλέον ενδύεται μια πολυεστιακή σατιρική στοχοθέτηση και κυοφορεί έναν πολυμέτωπο αγώνα απέναντι στην καθιερωμένη θεατρική γραφή και τους ισχύοντες κώδικές της: Οι κωμωδίες Οδυσσέα γύρισε σπίτι και Ο μπαμπάς ο πόλεμος του Ιάκωβου Καμπανέλλη, που πρωτογράφτηκαν και οι δύο περί τα 1951-52, παίχτηκαν, μετά από διαδοχικές επανεπεξεργασίες πιθανώς ήσσονος δραματικής δραστικότητας, δεκαπέντε χρόνια αργότερα (1966) η πρώτη και είκοσι-πέντε χρόνια αργότερα (1979) η δεύτερη, από το Θέατρο Τέχνης εξίσου. Τους λόγους αυτής της καθυστέρησης εκθέτει με μεγάλη σαφήνεια ο ίδιος ο συγγραφέας τους: «Τον πρώτο καιρό, δηλαδή μέσα στη δεκαετία του πενήντα, τα δύο αυτά έργα, ενώ άρεσαν σ’ όσους ανθρώπους του θεάτρου τα διάβασαν, ταυτόχρονα τα βρήκανε ‘κάπως παράδοξα σαν θέατρο και κάπως τολμηρά σαν στόχο’. Ίσως επειδή τότε –για εδώ– ήταν ακόμη εποχή ρεαλιστικού θεάτρου, στο οποίο, βλέποντας πως δεν είχα άλλη λύση, στράφηκα κι εγώ. Είχαν όμως αυτά τα έργα κι άλλες αδυναμίες. Ήταν και πολυπρόσωπα και δεν είχαν και ρόλους για πρωταγωνιστές και πρωταγωνίστριες που να εγγυώνται μια επιτυχία. Αλλά και το Εθνικό Θέατρο, που τα είχα τότε υποβάλει, τα έκρινε ακατάλληλα, παρά τη θετική εισήγηση που είχε κάνει ο αξέχαστος Άγγελος Τερζάκης»[105].
Εξίσου σαφής είναι και ο σύγχρονος με τον Καμπανέλλη Δημήτρης Χριστοδούλου, επίσης συγγραφέας αρκετών αρχαιόμυθων ευτράπελων έργων· στις «Σημειώσεις γύρω από την παρουσίαση του έργου» Τα όπλα του Αχιλλέα, που ακολουθούν την έκδοση του κειμένου, ο συγγραφέας αναφέρει: «Το έργο γράφτηκε το 1963 σε μια εποχή έντονων πολιτικών συγκρούσεων στη χώρα που σαφώς προοιώνιζαν θλιβερές εξελίξεις όπως φάνηκε 4 χρόνια μετά. Το έργο, σ’ ένα μέτρο, εικονίζει και κωμωδεί τα τερτίπια της εξουσίας. Αυτό το έργο ο συγγραφές του το έδωσε για ανέβασμα σε πολλούς θιάσους, που αρνήθηκαν να τ’ ανεβάσουν για τον φόβο των Ιουδαίων. Κείνο τον καιρό παράλληλα ανέβαζαν αδιάφορα έργα ή ξένα, αποπροσανατολιστικού και δήθεν ψυχολογικού ενδιαφέροντος. Τελικά, το έργο ανέβηκε από τη θεατρική ομάδα του «Μικρού Θεάτρου» της Κυψέλης, σε σκηνοθεσία του Γιάννη Νικολαϊδη και της Χαράς Κανδρεβιώτου, με μουσική του Βασίλη Δημητρίου, σκηνικά και κοστούμια της Μαρίας Κανδρεβιώτου και χορογραφία της Ντόρας Μητροπούλου. […] Ο συγγραφέας θέλει να ευχαριστήσει όσους είχανε την υπομονή να βοηθήσουν για την παρουσίαση του έργου, και να υπογραμμίσει πως 14 χρόνια αναμονής για το ανέβασμα ενός έργου είναι, όπως και να το κάνουμε, κακό σημάδι για τα πολιτιστικά πράγματα του τόπου»[106].
Το 1963 ο Μέντης Μποσταντζόγλου, φίλος και συνεργάτης του Δημήτρη Χριστοδούλου, γράφει τη Φαύστα ή η απολεσθείς κόρη, που δίνει στον Κάρολο Κουν, ο οποίος «τη ρίχνει στο συρτάρι και δεν τη βγάζει ποτέ. Κυριολεκτικά τη θάβει»[107]. Πιο αναλυτικός και ταυτόχρονα πιο διακριτικός μέσα στον αμείλικτο αυτοσαρκασμό του, ο ίδιος ο Μποστ εξομολογείται: «Το 63 είναι η χρονιά των αλλεπαλλήλων αποτυχιών μου στην εφόρμησή μου κατά του θεάτρου. Έδωσα ένα μονόπρακτο στον Κουν, την Απωλεσθείς κόρη. Τραγωδία εις πράξιν μίαν και εικόνες 12, μετά συνοδείας εγχόρδων οργάνων. Δεν ‘τόπιασε’, το βρήκε ίσως ασήμαντο ίσως διότι ήταν της Σχολής του ‘τετριμμένου’ το οποίον υπεραγαπώ, ίσως και διότι ήταν έργο χωρίς μήνυμα. Δεν σας αποκρύπτω ότι φιλοδοξούσα να το δω παιγμένο από τους θαυμάσιους μαθητάς του και τους ικανώτατους ηθοποιούς του. Δεν στενοχωρήθηκα όμως που δεν παίχτηκε. Περισσότερο στενοχωρήθηκα ξέροντας πόσο θα στενοχωρήθηκε ο Κάρολος Κουν, ψάχνοντας δικαιολογία για να μη με στενοχωρήσει. Κατάλαβα πως, για να μη φέρνης τους θεατρώνες σε δύσκολη θέση, το καλύτερο απ’ όλα είναι νάχης δικό σου θέατρο και ν’ ανεβάζης μόνος τ’αριστουργήματά σου. […] Το θέατρό μας θα πάρη την απάνω βόλτα σε 4-5 χρόνια. Για την ώρα περνάει την περίοδο της αποσυνθέσεως. Μόλις σταματήση η σήψι, θα ξεπεταχτούν οι νέες δυνάμεις. Αν δεν αποβλακωθούν τελείως οι θεαταί, δεν θ’αρχίσει ο εξαγνισμός κι η κάθαρση. Ας μη βιάζονται οι νέοι συγγραφείς. Όσο πηγαίνουν άνθρωποι σε έργα που γράφτηκαν για την προπολεμική Βιέννη, όπου μετ’ εν καλόν δείπνον πήγαιναν οι αγνοί γλεντζέδες να παρακολουθήσουν και ολίγο θέατρο, τα έργα των συγχρόνων Ελλήνων συγγραφέων που αγγίζουν σύγχρονα προβλήματα, μπορούν να περιμένουν. […]»[108].
Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 –την ίδια αυτή περίοδο της «αποσυνθέσεως», κατά Μποστ, για τους Νεοέλληνες συγγραφείς— χρονολογούνται και τα ανέκδοτα έργα του Βασίλη Ζιώγα Η Ιφιγένεια στη φωτιά, Η μούμια και Η καλή μου μάνα η Κλυταιμνήστρα, ενώ το 1962-64 γράφτηκαν επίσης Οι Κάφροι ή Η αληθινή ιστορία του Μενελάου και της Ελένης, για να παιχτούν τριάντα περίπου χρόνια αργότερα (1992) από το θίασο «Ουτοπία» του Κώστα Καστανά και να δημοσιευτούν μόλις το 1996. Τους λόγους της εκδοτικής και της σκηνικής καθυστέρησης των έργων του Ζιώγα, ο οποίος, σε μια εποχή ενθουσιώδους αναβίωσης και έντονης προβολής της αριστοφανικής κωμωδίας από τον Κάρολο Κουν και τον Αλέξη Σολομό, αυτός καταφεύγει στην –αυτοσχεδιαστική και ελάχιστη γνωστή από τις πηγές— κωμωδία των Φλυάκων της Σικελίας, που παρωδούν την ελληνική μυθολογία και ιδιαίτερα τις τραγωδίες του Ευριπίδη, δεν θα μας τους αποκαλύψει αυτή τη φορά ο ίδιος ο συγγραφέας, παρά θα τους φωτίσει ένας από τους εμβριθέστερους μελετητές του, ο Βάλτερ Πούχνερ: «Φαίνεται πως στις αρχές της δεκαετίας του 1960 ο Ζιώγας ήθελε να βγει από την απομόνωση και να γράψει με επιτυχία για το εμπορικό θέατρο. […] Δεν ξέρουμε τι ακριβώς εμπόδισε τον Ζιώγα εκείνη την εποχή να πραγματοποιήσει το σχέδιό του αυτό. Σάτιρες και παρωδίες μυθολογίας τεκμηριώνονται στη νεοελληνική δραματουργία και πριν και μετά. Αν κρίνουμε από τους Κάφρους το περιεχόμενο της σάτιρας ήταν ιδιαίτερα τσουχτερό όχι τόσο από πολιτική άποψη (αν και η ευαισθησία της εποχής σε τέτοια θέματα ήταν πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι σήμερα) όσο από την άποψη των σεξουαλικών υπονοουμένων ή μάλλον φανερωμένων και λεγομένων, που οπωσδήποτε έπρεπε να περικοπούν, και ο αισθησιακός τόνος κάπως να μετριαστεί και να ευπρεπιστεί. Αλλά το κυριότερο εμπόδιο, φαντάζομαι, πρέπει να ήταν η εμφάνιση της Ελλάδας ως χώρας των Κάφρων. Αυτό που απολαμβάνει η δεκαετία του 1990 ως ξέφρενη πολιτιστική σάτιρα, στη δεκαετία του 1960 ίσως να είχε ενοχλήσει ιδιαίτερα και να είχε πληγώσει το εθνικό γόητρο, το οποίο βγήκε έτσι κι αλλιώς πληγωμένο από την Κατοχή, τον Εμφύλιο, τον εθνικό διχασμό και την εξάρτηση, για να βυθιστεί σε λίγο και πάλι σε νέες ταπεινωτικές περιπέτειες»[109].
Πράγματι, στις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα και στις αρχές του 21ου το κοινό, πολύ πιο χειραφετημένο και έμπειρο πολιτικά, πολιτιστικά, κοινωνικά και αισθητικά, είναι πρόθυμο και έτοιμο να απολαύσει και να κατανοήσει –με ποιοτικές και ποσοτικές διαβαθμίσεις στο σύνολό του, όπως άλλωστε συνέβαινε πιθανώς και στην αρχαιότητα– τα ποικιλότροπα γλωσσικά, υφολογικά, θεματικά, μετρικά παιχνίδια και τις συχνά διασταυρούμενες λειτουργίες της παρωδίας[110]. Στην εξοικείωση του κοινού –ειδικά από τη μεταπολιτευτική περίοδο και εξής— με την υπονομευτική παρωδιακή γραφή, στην καλλιέργεια της αισθητικής και ιδεολογικής «ανοχής» του απέναντι στο «αλλόκοτο», το «ανατρεπτικό» ή και το «βλάσφημο» που αυτή κατ’ εξοχήν υπηρετεί, έχουν συμβάλει και εξακολουθούν να συμβάλλουν πολλά πράγματα: η πληθώρα των έργων του μεταπολεμικού ελληνικού θεάτρου, που μετα-γράφουν, χωρίς κωμική πρόθεση, μορφές και θέματα αντλημένα από την αρχαία ιστορία ή την παγκόσμια και ελληνική λογοτεχνία, σε νέα κειμενικά και εξωκειμενικά συμφραζόμενα, συχνά με εικονοκλαστική διάθεση απέναντι στην κυρίαρχη αναπαράσταση των κλασικών προτύπων[111]· η σημαντική νεώτερη παραγωγή θεατρικών έργων που επικεντρώνονται στο ίδιο το θέατρο και τις τέχνες του θεάματος, μέσα από ένα συχνά δυσεξιχνίαστο και πολυεπίπεδο αυτοαναφορικό λόγο, που θεματοποιεί το θέατρο καθεαυτό και καλλιεργεί τη μεταθεατρική ανταπόκριση του κοινού[112]· η σταδιακή χειραφέτηση των παραστάσεων Αρχαίας Κωμωδίας από γλωσσικές, ιδεολογικές, ηθικές, αισθητικές δεσμεύσεις· η υποχώρηση της παντοκρατορίας του κειμένου με την ενσωμάτωση νέων αποδομητικών αναζητήσεων είτε στο χώρο της δραματουργίας είτε στο χώρο της περφόρμανς, όπου ενσωματώνεται συχνά το παρωδιακό στοιχείο[113]· η τόνωση της «κλασικής» κωμικής παρωδίας μέσω της –έστω πρόσκαιρης— προσπάθειας αναβίωσης της επιθεώρησης στις δεκαετίες ’70 και ’80, με καλλιτεχνικά σχήματα όπως το Ελεύθερο Θέατρο, το Θεσσαλικό Θέατρο κ.ά.[114]· η διείσδυση της παρωδίας στην πανίσχυρη τηλεόραση[115] και η ενίσχυσή της μέσω επιτυχημένων τηλεοπτικών εκπομπών διακωμώδησης της πολιτικοκοινωνικής και καλλιτεχνικής πραγματικότητας[116]· η σημαντική επέκταση της παρωδίας στον παγκόσμιο κινηματογράφο, που αρκετά συχνά αρέσκεται να υπερβάλλει και να διακωμωδεί τα αφηγηματικά κλισέ διαφορετικών κινηματογραφικών ειδών, όπως περιπέτεια, θρίλερ, δράμα κτλ.[117]· η –πολύ πιο σπάνια, πλην επιτυχής— διείσδυση της παρωδίας και στο νέο ελληνικό κινηματογράφο[118]· οι επιτυχημένες ελληνικές παραστάσεις ξένων κωμικών παρωδιών[119] ή οι επιτυχημένες ελληνικές μπουρλέσκ μεταφορές ξένων σοβαρών έργων[120] –είναι μερικοί από τους παράγοντες που έχουν ενισχύσει την παραγωγή και την πρόσληψη της παρωδίας και μαζί έχουν κατοχυρώσει τη θέση της ως «ενός γοητευτικού μέρους της παγκόσμιας λογοτεχνίας», «παρά τις διαφωνίες ορισμένων θεωρητικών και παρά την κληροδοτημένη από την παράδοση υποτίμηση του όρου»[121], αλλά και παρά τον κίνδυνο το «αριστοκρατικότερο αυτό λογοτεχνικό είδος» να χάσει κάποτε εντελώς τη διακριτική υπόστασή του μέσα στο «μεταμοντέρνο πολτό» μιας κοινωνίας που τείνει να λειτουργεί, θεσμικά και κοινωνικά, η ίδια ως παρωδία[122]. Η θυμόσοφη αγανάκτηση του Μποστ απέναντι στους κάθε λογής και προέλευσης κριτικούς που αποκαλούσαν υποτιμητικά «τους τολμώντας να γράφουν έργα ‘καρικατουρίστας’», σε μια εποχή που το πρώτο θεατρικό έργο του, ο Δον Κιχώτης (1961) δεν παίχτηκε τελικά γιατί ο Μάνος Κατράκης έχασε το θέατρό του και ο Κάρολος Κουν έβαλε στο συρτάρι τη Φαύστα ή Η απολεσθείς κόρη (1963), έμελλε ευτυχώς να χάσει κάθε έρεισμα μισό αιώνα αργότερα, όταν η Φαύστα, που πρωτοπαίχτηκε το 1964, αριθμεί πλέον περισσότερες από 12 επαγγελματικές και 11 ερασιτεχνικές παραστάσεις, η Μαρία η Πενταγιώτισσα, που πρωτοπαίχτηκε το 1982, αριθμεί περισσότερες από 9 επαγγελματικές και 5 ερασιτεχνικές, η Μήδεια, που πρωτοπαίχτηκε το 1993, αριθμεί περί τις 7 επαγγελματικές και 8 ερασιτεχνικές παραστάσεις[123], ενώ το «κύκνειο άσμα» του, το Ρωμαίος και Ιουλιέτα, διαβαίνει θριαμβευτικά το 1995 το Ρουβίκωνα του, υψηλού συμβολικού κύρους, Ηρωδείου, στον ίδιο χώρο όπου εφτά χρόνια αργότερα θα παιζόταν επίσης πρώτη φορά η «ευθέως αριστοφανική σύλληψη» του Ιάκωβου Καμπανέλλη, το αρχαιόθεμο κωμικό έργο Μια Κωμωδία[124].
Το 1964, ο κριτικός Βάσος Βαρίκας είχε τους λόγους του να είναι απόλυτα επιφυλακτικός απέναντι στο «προσωπικό διαλογικό σκαλάθυρμα» της Φαύστας, την ένταξή του σε ένα συγκεκριμένο είδος, τη δυνατότητα συνέχειάς του και την κωμική αποτελεσματικότητά του απέναντι στο θεατή ο οποίος: «‘Κουμπωμένος’ από συνήθεια και αγωγή, δεν αφήνεται ελεύθερος να δεχθή το απλό και το πηγαίο, το ανυστερόβουλο ξέσπασμα του κεφιού. Γινήκαμε πολύ ‘σοβαροί’. Κι αυτό μας στερεί πολλές από τις χαρές της θεατρικής τέχνης»[125]. Στο μεταίχμιο του 20ού με τον 21ο αιώνα το θεατρικό κοινό, «ξεκουμπωμένο» πλέον από τα ιδεολογικά και αισθητικά δεσμά του, μπορεί κάλλιστα να συμμετέχει –με σκεπτικισμό ή ενθουσιασμό, αναλόγως— στις αναζητήσεις της παρωδιακής γραφής –στην Ελλάδα όπως και παγκοσμίως— μέσα από νέες υφολογικές και γλωσσικές ατραπούς και συχνά σε μια «ατέρμονη ερμηνευτικά ανακύκλωση σημαινόντων χωρίς τελικά σημαινόμενα»[126], και την ίδια στιγμή να απολαμβάνει την καθιερωμένη παραδοσιακά, «κλασική» μορφή της παρωδίας, ως κωμικής δηλαδή διαστρέβλωσης ενός αναγνωρίσιμου προτύπου, με σατιρικές συχνά προεκτάσεις στο εξωκειμενικό περιβάλλον της παραγωγής είτε του υπο-κειμένου σχήματος είτε της υπερ-κείμενης εκδοχής του. Μ’ αυτήν ακριβώς την υπεραιωνόβια μορφή η παρωδία μπορεί ακόμη να γοητεύει το σύγχρονο ελληνικό κοινό, το οποίο πρόθυμα προσυπογράφει την επιβίωση της «μυθοπαρωδίας», τροφοδοτώντας λ.χ. δύο απανωτές χρονιές (2004-2005) τις παραστάσεις τού Ποια Ελένη; των Μιχάλη Ρέππα-Θανάση Παπαθανασίου στη Σκηνή Κοτοπούλη-Ρεξ του Εθνικού Θεάτρου, ασμένως τροφοδοτεί τις –εμπνευσμένες από το δραματικό ειδύλλιο του Σπυρίδωνος Περεσιάδη— διαδοχικές εκδοχές της Γκόλφως από την περιοδεύουσα Εταιρεία Θεάτρου ΧώΡΟΣ, με την πιο πρόσφατη εκδοχή (Γκόλφω 2.3. beta) να εντάσσεται μάλιστα στο πρόγραμμα του Φεστιβάλ Αθηνών 2006, όπως επίσης κατ’ επανάληψιν απολαμβάνει τις διακειμενικά σαφείς και πολυειδείς «παρατραγωδίες» του Μποστ, του πιο πολυπαιγμένου μέχρι σήμερα –σε επαγγελματικό και ερασιτεχνικό επίπεδο— παρωδιογράφου, του οποίου τη Φαύστα και τη Μαρία Πενταγιώτισσα είχε την ευκαιρία να απολαύσει για ακόμη μία φορά το ελληνικό κοινό κατά την τελευταία θερινή περίοδο 2006, χάρη στις παραστάσεις τους από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κομοτηνής (σε σκηνοθεσία Δημήτρη Παπασταμάτη) και από το Θέατρο Διαδρομή (σε σκηνοθεσία Κώστα Τσιάνου), αντίστοιχα[127].
Διαπιστώσεις και προοπτικές
Με βάση την πρώτη καταγραφή των νεοελληνικών θεατρικών έργων που παρωδούν με ευτράπελο τρόπο, σε όλη την κειμενική έκτασή τους ή σε μεμονωμένες ακολουθίες τους, συγκεκριμένα υποκείμενα πρότυπα, προκύπτει ότι η σημαντικότερη θεματική τάση της κωμικής παρωδιογραφίας εντοπίζεται στην «ταυτοχρόνως αρχέγονη και αφνιδιαστικά νέα» αρχαία μυθολογία και δραματουργία, αντίστοιχα όπως συμβαίνει και στην περίπτωση άλλων νεοελληνικών θεατρικών ειδών –τραγωδίες, δράματα και ποιητικά έργα– που αναδιαχειρίζονται τα μυθολογικά δεδομένα με κάθε «σοβαρότητα», κατ’ εξοχήν για να περάσουν κάποιο μήνυμα (πολιτικό, κοινωνικό, υπαρξιακό, φιλοσοφικό, ψυχαναλυτικό ή, ακόμη και ασθητικής τάξεως)[128]. Η ποσοτική επικυριαρχία των «σοβαρών» αρχαιόμυθων έργων έναντι εκείνων που καταφεύγουν στους ελληνικούς μύθους με σκοπό τη διακωμώδησή τους είναι αναμφισβήτητη, ωστόσο ο αρκετά μεγάλος αριθμός των –καταγεγραμμένων προς το παρόν— αρχαιόμυθων κωμικών έργων που «αντιμετωπίζουν µε τρόπο σατιρικό ή παρωδιακό πρόσωπα γεγονότα από την αρχαία ελληνική ιστορία, τα οποία αποµυθοποιούν και προσγειώνουν σε µια πεζή πραγµατικότητα εντελώς ξένη ίσως προς τον πρωτότυπο αρχαίο µύθο που τα παρήγαγε, πολύ κοντά και οικεία όµως προς τη συνείδηση του νέου Έλληνα θεατή που τα προσλαµβάνει»[129], μαρτυρεί πως ο σεβασμός προς ό,τι αποτελεί μέρος της ιστορικής μνήμης δεν αποκλείει αρκετά συχνά την υπονόμευσή του, μια και «η αγάπη του παρωδούντος για το αντικείμενο της παρωδίας μπορεί συχνά να μη διαχωρίζεται από την επιθυμία του να το αλλάξει ή να το εκμοντερνίσει»[130]. «Κατ’ αυτόν τον τρόπο», όπως παρατηρεί ο Θόδωρος Γραμματάς, «το παρελθόν, αποδεσμευμένο από οποιαδήποτε ιδεολογική λειτουργία, αποηρωοποιημένο και αποωραιοποιημένο, γίνεται αντικείμενο αντιμετώπισης από τον σύγχρονο Έλληνα, όχι τόσο για να απορριφθεί, να υποτιμηθεί ή να απομυθοποιηθεί, όσο για να αποκτήσει το πραγματικό του περιεχόμενο, την πρέπουσα αξία και ως τέτοιο να ενσωματωθεί στη συνειδησιακή πρόσληψη της ιστορίας και του πολιτισμού που διαθέτει ως κτήμα προγονικής κληρονομιάς η νεότερη Ελλάδα»[131]. Από τη μεριά τους, οι –ομολογουμένως ολιγάριθμες σε σύγκριση με τις «μυθοπαρωδίες»– παρωδίες συγκεκριμένων αρχαίων τραγικών έργων, που ενίοτε διανθίζονται με άμεσες και έμμεσες αναφορές στις σύγχρονες αναβιώσεις τους (Ιφιγένεια εν Μαύροις του Δημήτρη Ψαθά, Μήδεια του Μποστ, Οι Κάφροι του Βασίλη Ζιώγα κ.ά.), συμβάλλουν κι αυτές το δικό τους σημαντικό μερίδιο στον «αναγκαίο αντίλογο απέναντι στον τρέχοντα λόγο των φεστιβάλ αρχαίου δράματος και των παρελκομένων τους», στην αναγκαία διαλεκτική αντίδραση απέναντι στις συνήθεις «από σκηνής κι από πλατείας στατικές επαναδιατυπώσεις των παραδεδομένων σχημάτων και ιδεολογημάτων για το αρχαίο δράμα»[132].
Την ίδια στιγμή, η γενική αισιοδοξία σχετικά με τη χειραφέτηση των Νεοελλήνων δραματουργών και θεατών από το «σύμπλεγμα σοβαρότητας» απέναντι στο δραματουργικό καθωσπρεπισμό και την «ιερή» αρχαιοελληνική κληρονομιά, δεν απαλείφει κάποια άλλα στοιχεία, που η μελέτη της νεοελληνικής παρωδίας φέρνει στο φως και που γεννούν τον προβληματισμό. Συγκεκριμένα: η συντριπτική πλειοψηφία των νεοελληνικών μυθοπαρωδιών έναντι των παρωδιών άλλων υποκειμένων προτύπων, που μπορεί να προέρχονται από την ελληνική ή την παγκόσμια δραματουργία, λογοτεχνία και γενικότερα τέχνη, επιβεβαιώνει τελικά την οξύμωρη παρουσία ενός ισχυρού «συμπλέγματος αρχαιοελληνικής ιθαγένειας» στο νεοελληνικό θέατρο, ένα σύμπλεγμα το οποίο, παρ’ όλη την προσπάθεια θεραπείας και εξορκισμού του μέσω της διακωμώδησης και της προσοικείωσης των πηγών πρόκλησής του, παραμένει ισχυρό και κυρίαρχο στη νεοελληνική συνείδηση. Η θεματική εμμονή της νεοελληνικής κωμωδίας, σάτιρας ή παρωδίας στην αρχαία ελληνική μυθολογία, έτσι όπως αυτή παραδίδεται κατ’ εξοχήν μέσω της σχολικής παιδείας και μιας γενικότερης εγκυκλοπαιδικής γνώσης και προφορικής παράδοσης, δεν θα ήταν αφ’ εαυτής προβληματική, εάν δεν συνδυαζόταν με μία πολύ χαμηλή έως μηδενική προτίμηση για την κριτική παρώδηση κειμένων, προερχομένων είτε από την αρχαία, τραγική και κωμική, δραματουργία είτε από την παγκόσμια δραματουργία και λογοτεχνία είτε, πολύ μάλλον, από τη νεώτερη ελληνική δραματουργία, κείμενα τα οποία προϋποθέτουν μία πολύ μεγαλύτερη ακαδημαϊκή και θεατρική παιδεία όχι τόσο από μέρους του κοινού των δραματικών συγγραφέων όσο από μέρους του κοινού των θεατρικών θεατών. Εάν ο τρωικός πόλεμος, η Οδύσσεια και γενικότερα η μυθολογία του αρχαίου δωδεκαθέου τροφοδοτούν συστηματικά και εύκολα τις πηγές έμπνευσης των Νεοελλήνων συγγραφέων, το αρχαίο κωμικό δράμα κεντρίζει το ενδιαφέρον ενός πολύ στενού κύκλου διανοουμένων συγγραφέων στα τέλη του 19ου αιώνα, το αρχαίο τραγικό δράμα κεντρίζει το ενδιαφέρον ευάριθμων επίσης συγγραφέων, που επανέρχονται σε πολύ συγκεκριμένες, «δημοφιλείς» στο ελληνικό κοινό, τραγωδίες (Ιφιγένεια εν Αυλίδι, Μήδεια, Ελένη, Ορέστεια), η ελληνική και παγκόσμια λογοτεχνία αφήνουν ελάχιστα παρωδιακά ίχνη, το ίδιο και το παγκόσμιο δράμα, ενώ το νεοελληνικό δράμα φαίνεται να απουσιάζει ολότελα ως στόχος από το συλλογικό ασυνείδητο των Νεοελλήνων δραματουργών, κι αυτό σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στο χώρο της νεοελληνικής λογοτεχνίας, όπου «οι τέσσερις από τους σημαντικότερους παρωδιακούς μας κύκλους είναι ο παραϋμνογραφικός, ο ρομαντικός, ο καβαφικός και ο υπερρεαλιστικός»[133]. Εάν μεταφέρουμε στο χώρο του θεάτρου αυτό που υποστηρίζει ο Νάσος Βαγενάς σχετικά με τη λογοτεχνία, ότι δηλαδή «η ποιότητα της παρωδίας μιας παράδοσης είναι ευθέως ανάλογη με την ποιότητα της σύνολης λογοτεχνίας της», «ακριβέστερα: η ποιότητα των παρωδιακών της έργων αποτελεί απόδειξη της ποιότητας μιας λογοτεχνικής παράδοσης»[134], τότε θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ποιότητα της νεοελληνικής θεατρικής παρωδίας δεν μπορεί να αποτελέσει σε καμία περίπτωση απόδειξη της ποιότητας της νεοελληνικής θεατρικής δημιουργίας, ενώ αποτελεί μια εκ νέου απόδειξη της ενδελεχούς επιβίωσης της αρχαίας ελληνικής μυθολογικής παράδοσης. Σε τελευταία ανάλυση, τα παρωδούμενα πρότυπα φαίνονται να έχουν παραμείνει περίπου τα ίδια από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας, κι αυτό δεν μπορεί παρά να προβληματίζει σχετικά με τη δυναμική και την απήχηση της νεοελληνικής αλλά και της παγκόσμιας δραματουργίας και θεατρικής πρακτικής τόσο στο μεγάλο κοινό όσο και στους ίδιους τους θεατρικούς συγγραφείς.
Η μοναδική ίσως περίπτωση όπου η παρωδία και ειδικότερα η παρα-τραγωδία κατάφερε να ανα-βιώσει και να λειτουργήσει κατ’ επανάληψη και αποτελεσματικά ως παιγνιώδης και μαζί κριτική διακωμώδηση νεώτερων δραματικών έργων και νεώτερων καλλιτεχνικών πρακτικών, είναι η περίπτωση του Μέντη Μποσταντζόγλου, του μόνου Νεοέλληνα συγγραφέα ο οποίος, κατά το παράδειγμα του Αρχαιοέλληνα ομοτέχνου του[135], δοκίμασε με συστηματικότητα τα παραδοσιακά παρωδιακά εργαλεία σε τελείως διαφορετικά ειδητικά πεδία (στην αρχαία τραγωδία με τη Μήδεια, στο διδακτικό μελόδραμα με τη Φαύστα, στο δραματικό ειδύλλιο με τη Μαρία Πενταγιώτισσα, στην ελισαβετιανή τραγωδία με το Ρωμαίος και Ιουλιέτα, στην τρέχουσα κινηματογραφική παραγωγή και γενικότερα καλλιτεχνική πρακτική με το Ημερολόγιο μιας χήρας, στην κλασική ευρωπαϊκή λογοτεχνία με τον –άπαιχτο και αδημοσίευτο— Δον Κιχώτη)· του μόνου ίσως που πίστεψε σταθερά και επίμονα στην ανάγκη της εύληπτης και κατ’ ουσίαν «λαϊκής» παρωδίας και, σ’ αυτή τη βάση, του μόνου που μπόρεσε να απευθυνθεί σε ένα μεγάλο και ανομοιογενές ελληνικό κοινό, την προσληπτική «επάρκεια» του οποίου κατάφερε να δοκιμάσει και ταυτόχρονα να αναβαθμίσει με γενναιοδωρία αλλά και με ρεαλιστική επίγνωση των ικανοτήτων της και των αντοχών της. Αυτή η αισιόδοξη πίστη του Μποστ στη λογοτεχνική, γλωσσική, θεατρική και γενικότερα πολιτιστική ευαισθησία και κριτική ικανότητα του σύγχρονου θεατή, τις οποίες ο ίδιος έθρεψε και εξακολουθεί να θρέφει με τις παρωδίες του, κάνει ν’ ακούγεται ακόμη πιο νοσταλγική και μαζί αγωνιώδης η διαπίστωση του Γιώργου Πεφάνη, με αφορμή τη σπονδυλωτή –από διαφορετικά κείμενα του Μποστ— παράσταση Ακούω ήχον κώδωνος για τον εορτασμό της τριακοστής επετείου του θεάτρου «Στοά» το 2001: «πόσο χρήσιμος μας είναι σήμερα ο Μποστ, πόσο απαραίτητο μας είναι το χαμόγελό του, όταν όλοι μας, εν αρχή του 21ου αιώνα τελούμε εν ομηρεία του ίδιου μας του πολιτικού βίου»[136].
Αυτές ήταν ορισμένες προδρομικές, γενικές επισημάνσεις σχετικά με την «κατάσταση» της ευτράπελης παρωδιακής γραφής στο νεοελληνικό θέατρο, όπως αυτή συνάγεται από το δείγμα των καταχωρισμένων δραματικών έργων. Τα επόμενα βήματα: Κατ’ αρχάς, το αίτημα που θέτει ο Νάσος Βαγενάς στην περίπτωση της νεοελληνικής λογοτεχνικής παρωδίας, ισχύει και στην περίπτωση της νεοελληνικής θεατρικής παρωδίας: «χρειάζεται ένα ερευνητικό πρόγραμμα που θα φέρει στο φως τον ξεχασμένο παρωδιακό μας πλούτου, με δείγματα του οποίου δεν παύουν να έρχονται σε επαφή όσοι έχουν τη συνήθεια να αναδιφούν σε παλαιότερα έντυπα»[137]. Ταυτόχρονα με την ανάγκη εξαντλητικής συλλογής των παρωδιακών θεατρικών έργων και ανάλυσης των κινήτρων, των τρόπων και των λειτουργιών τους, απομένει επίσης σε ένα δεύτερο στάδιο να διερευνηθεί όλη η κλίμακα των εκφράσεων του πεδίου που ορίζεται σήμερα, μέσα από μια πληθώρα διαφορετικών κριτικών θεωρήσεων και ενδιαφερόντων, ως «παρωδία»: εκτός δηλαδή από την «κωμική» ή και «σατιρική» παρωδία, που είναι και η πλέον καθιερωμένη και παλαιά στο εννοιολογικό θεωρητικό οπλοστάσιο, να διερευνηθεί εξονυχιστικά και η «ουδέτερη» έως «σοβαρή» παρωδία, που «επιτυγχάνει την ειρωνική σημασιοδότηση της διαφοράς στην ίδια την καρδιά της ομοιότητας»[138], σε μια διαλεκτική σχέση με έργα ή με δραματικούς τρόπους του παραδοσιακού θεάτρου, σε μια διά της παράδοσης αναζήτηση μιας νέας ταυτότητας στο θεατρικό χάρτη της εποχής, που αναπόφευκτα εμπλέκει την παρωδία στο θεατρικό παιχνίδι «ως μια δυναμική αρχή με δραστικό ρόλο στη δημιουργία νέων μορφών»[139]. Η παρωδία είναι μια μορφή ζωτικής «ανακύκλωσης της τέχνης», την οποία παραβιάζοντας κατοχυρώνει και την οποία υπερβαίνοντας ενδυναμώνει[140]. Αυτή τη λειτουργία επιτελούσαν πιθανότατα η αρχαία μυθοπαρωδία και η αρχαία παρατραγωδία απέναντι στην αρχαία θεατρική και γενικότερα πολιτιστική παράδοση και αυτή θα έπρεπε να επιτελεί και η νεοελληνική θεατρική παρωδία απέναντι στη σύγχρονη, ελληνική και παγκόσμια, θεατρική και γενικότερα καλλιτεχνική πρακτική. Η σφαιρική χαρτογράφησή της είναι απαραίτητη για τη σφυγμομέτρηση της υγείας της ίδιας της θεατρικής γραφής και του πολιτισμού μας στο σύνολό τους.
[1] Βλ. Θ. Γραμματάς:
Το ελληνικό θέατρο στον 20ό αιώνα. Πολιτισμικά πρότυπα και πρωτότυπα, Εξάντας, Αθήνα 2002, «Μυθοκριτική και μυθοπλασία: Ανάδυση, ευλυγισία και εξακτίνωση του τραγικού μύθου», σσ. 51-86, 81-82.
[2] Σ.τ.Σ.: Σ’ αυτή την κατηγορία, εντός παρενθέσεων αναφέρεται η χρονολογία δημοσίευσης του κάθε έργου, όταν αυτή καταγράφεται στην έκδοση, ενώ με * σημειώνεται η χρονολογία της πρώτης παράστασης ορισμένων έργων.
[3] Το έργο, που τοποθετείται χρονικά το 119-105 π.Χ. και τοπολογικά στη Νουμιδία-Ρώμη, «σε μορφή τρελής κωμωδίας», όπως προτείνει στις προτασσόμενες σκηνικές οδηγίες ο συγγραφέας, αναμοχλεύει την ιστορία του φιλόδοξου βασιλιά της Νουμιδίας Ιουγούρθ(ρ)α και τις δολοπλοκίες του προκειμένου να κρατήσει την εξουσία, εξοντώνοντας τους αντιπάλους του, έως ότου συντριβεί οριστικά από τον ύπατο Γάιο Μάριο.
[4] Σύμφωνα με τις σκηνικές οδηγίες του, το έργο διαδραματίζεται στη Ρώμη, στα τέλη του 2ου αι. μ.Χ. και, σύμφωνα με την κριτική, αποτελεί «ένα εύφορο έργο, απολαυστικό», «μια σπιρτόζα κωμωδία που συγκρίνεται με τον καλύτερο Ζιροντού, με τον καλύτερο ‘ροζ’ (;) Ανούιγ»· βλ. Κ. Γεωργουσόπουλος: «Ψιμυθιωμένος πανικός Το μικρό δαχτυλάκι της Ολυμπιάδας», εφ. Τα Νέα, 25/2/1992, εμπεριέχεται στον τόμο: Α. Στάικος: Φτερά Στρουθοκαμήλου – Θέατρο (θεατρολογική επιμέλεια: Δ. Τσατσούλης), Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2001, σσ. 442-443.
[5] Βλ. «Σημείωμα για την παράσταση στο Θέατρο Τέχνης. 1979» στον τόμο: Ι. ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ, Θέατρο, Τόμ. Γ΄, Κέδρος, Αθήνα, 1981 (3η έκδ.), σσ. 181-182.
[6] Πρβλ. Ζ. Σαμαρά: Τα άδυτα του σημείου. Προοπτικές του θεατρικού κειμένου, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2002, σ. 59: «Με διακείμενο όχι τόσο τον Όμηρο όσο τον Καβάφη και τη σημερινή πραγματικότητα, ο Καμπανέλλης χτίζει ένα έργο με απίστευτη δύναμη».
[7] Βλ. Γ. Π. Πεφάνης: Ιάκωβος Καμπανέλλης. Ανιχνεύσεις και προσεγγίσεις στο θεατρικό του έργο, Κέδρος, Αθήνα 2000, υποκεφ. «Χαμογελώντας στον Λουκιανό», σσ. 105-106, 106· Κ. Γεωργουσόπουλος: «Ο πρέσβης Καμπανέλλης», εφ. Τα Νέα, 22/6/2002.
[8]Καλογερόπουλος: Οι Κυνικοί ξανάρχονται, ό.π., «Επίλογος», σσ. 153-158, 157-158.
[9] Αναφέρεται από τη Χασάπη-Χριστοδούλου: Η ελληνική μυθολογία στο νεοελληνικό δράμα, Τόμ. Α΄, ό.π., σ. 481.
[10] Βλ. Χατζηπανταζής: Η ελληνική κωμωδία και τα πρότυπά της, ό.π., σσ. 120-121.
[11] Βλ. Δ. Τσατσούλης: «Αρρητα, Προϋποτιθέμενα και Υπονοούμενα του Διαλόγου στο Θέατρο του Ανδρέα Στάικου», στον τόμο: Στάικος: Φτερά Στρουθοκαμήλου – Θέατρο, ό.π., σσ. 21-51, 36.
[12] Αναφέρεται από τη Χασάπη-Χριστοδούλου: Η ελληνική μυθολογία στο νεοελληνικό δράμα, Τόμ. Α΄, ό.π., σ. 652, υποσημ. 499.
[13] Βλ. Γεωργουσόπουλος: «Του κιτς η μάνα», ό.π..
[14] Βλ. Β. Πούχνερ: Ποίηση και Μύθος στα θεατρικά έργα του Βασίλη Ζιώγα, Πολύτροπον, Αθήνα 2004, σσ. 95-104.
[15] Χ. Μπακονικόλα-Γεωργοπούλου: Κανόνες και εξαιρέσεις. Κείμενα για το νεοελληνικό θέατρο, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000, κεφ. «Πολιτισμικά μορφώματα στο θέατρο του Βασίλη Ζιώγα», σσ. 140-151,141.
[16] Βλ. Πεφάνης: Κείμενα και Νοήματα, ό.π., κεφ. «Μακρινά ταξίδια μυθικών προσώπων. Η Κλυταιμνήστρα και ο Αγαμέμνων στο νεοελληνικό θέατρο (1720-1996)», σσ. 85-87, 87.
[17] Βλ. σχετικά Χασάπη-Χριστοδουλου: Η ελληνική μυθολογία στο νεοελληνικό δράμα, Τόμ. Β΄, ό.π., σσ. 940-943.
[18] Μπακονικόλα-Γεωργοπούλου: Κανόνες και εξαιρέσεις, ό.π., σ. 142.
[19] Βλ. στο ίδιο, σ. 1105. Διεξοδική ανάλυση του έργου από τον Πούχνερ: Ποίηση και Μύθος στα θεατρικά έργα του Βασίλη Ζιώγα, ό.π., σσ. 109-121.
[20] Βλ. σχετικά Χασάπη-Χριστοδούλου: Η ελληνική μυθολογία στο νεοελληνικό δράμα, Τόμ. Β΄, ό.π., σσ. 871-876.
[21] Για ανάλυση του έργου βλ. Πούχνερ: Ποίηση και Μύθος στα θεατρικά έργα του Βασίλη Ζιώγα, σσ. 121-148, ιδίως 127 και 147.
[22] Βλ. σχετικά Χασάπη-Χριστοδούλου: Η ελληνική μυθολογία στο νεοελληνικό δράμα, Τόμ. Β΄, ό.π., σσ. 876-881.
[23] Δ. Χριστοδούλου: Τα όπλα του Αχιλλέα, Τυπογραφεία Αργυροπούλου-Ζουμαδάκη, Αθήνα 1978 (επανέκδ. Κέδρος, Αθήνα 1984), «Ο πανηγυρικός του Μποστ», σσ. 7-11, 9.
[24] Βλ. σχετικά Χασάπη-Χριστοδούλου: Η ελληνική μυθολογία στο νεοελληνικό δράμα, Τόμ. Β΄, ό.π., σσ. 885-887.
[25] Θ. Παπαγεωργίου: «Ο θεατρικός», εφ. Η Καθημερινή, «Επτά Ημέρες» (αφιέρωμα: Μποστ), 18 Μαϊου 2003, σσ. 17-21, 19.
[26] Γεωργουσόπουλος: «Του κιτς η μάνα», ό.π.
[27] Βλ. Χ. Μπακονικόλα: «Μια τριλογιακή παρωδία (τραγωδία εν κρανίω και σε άλλα μέρη του σώματος)», Πρόγραμμα της παράστασης, σ. 12.
[28] Σχετικά με τις κωμωδίες αυτές του 19ου αιώνα, που ακολουθούν αριστοφανικά θεματικά και μορφικά πρότυπα, βλ. αναλυτικά Χατζηπανταζής: Η ελληνική κωμωδία και τα πρότυπά της στο 19ο αιώνα, ό.π., κεφ. «Το προβληματικό υπόδειγμα του Αριστοφάνη», σσ. 49-70.
[29] Βλ. Genette: Palimpsestes, ό.π., σσ. 40-41, 116-117.
[30] Συμπεριλαμβάνεται στην έκδοση: Δ. Ψαθάς: Κηφισοφών. Κι’ άλλα κωμικά σκετς, Εκδόσεις Μάρη, Αθήνα, χ.χ.. σσ. 37-54.
[31] Μποστ: Η Φαύστα και διάφορα διηγήματα, Ερμείας, Αθήνα 1971, σσ. 13-14.
[32] Του ίδιου: Το Ημερολόγιο μιας χήρας, Κείμενα, Αθήνα 1972.
[33] Για τους συντελεστές και το σενάριο των δυο ομότιτλων ταινιών βλ. Δ. Κολιοδήμος: Λεξικό Ελληνικών ταινιών από το 1914 μέχρι το 2000, Εκδόσεις Γένους, Αθήνα 2001, σσ. 96-97. Για τη μακρά και πλουσιότατη θεατρική, εκδοτική, κινηματογραφική, εικαστική, μουσική «πορεία» της Γκόλφως του Σ. Περεσιάδη (1894), βλ. Η. Κατσιώτη: «Η “τύχη” της Γκόλφως», στον τόμο Πρακτικά Α΄ Πανελληνίου Θεατρολογικού συνεδρίου. Το ελληνικό Θέατρο από τον 17ο στον 20ό αιώνα (επιμ.: Ι. Βιβιλάκης), Ergo (Παράβασις – Μελετήματα 2), Αθήνα 2002, σσ. 185-206
[34] Για το σενάριο και τους συντελεστές των ταινιών βλ. Κολιοδήμος: Λεξικό Ελληνικών Ταινιών, ό.π., σσ. 17-18 και 275-276, αντίστοιχα· βλ. επίσης τις κριτικές για τις διαδοχικές ταινίες φουστανέλας στη δεκαετία ’50, που συγκεντρώνει ο Γ. Σολδάτος: Ελληνικός Κινηματογράφος. Ένας αιώνας, 1ος τόμος, Κοχλίας, Αθήνα 2001, σσ. 162-163. Από την Γκόλφω ο Μποστ συγκρατεί τον Τάσο, ο οποίος στο έργο του Μποστ είναι τσοπάνης-εραστής και ακόλουθος της Μαρίας, όπως επίσης συγκρατεί την αυτοκτονία της ηρωίδας στο τέλος. Από τον Αγαπητικό της Βοσκοπούλας μεταποιεί τον αρχιτσέλιγκα Μήτρο σε Λάμπρο, όπως επίσης μεταποιεί το σταυρό στη λαιμό της βοσκοπούλας σε σταυρό στο λαιμό του νεαρού γιου της Μαρίας Πενταγιώτισσας. Από τη Μαρία Πενταγιώτισσα ο Μποστ συγκρατεί βασικά την ομώνυμη ηρωίδα με τον ατίθασο και μοιραίο χαρακτήρα της, συγκρατεί τον τόπο δράσης, τον αδελφό της Μαρίας Θανάση, την έξοδο της Μαρίας στην παρανομία, τον παπα-Γαβριήλ ο οποίος μεταμορφώνεται σε πατέρα Αμβρόσιο.
[35] Βλ. Μποστ: Μαρία Πενταγιώτισσα, Gutenberg, Αθήνα 1982.
[36] Για ανάλυση του έργου πρβλ. Πούχνερ: Ποίηση και Μύθος στα θεατρικά έργα του Βασίλη Ζιώγα, ό.π., σσ. 316-329· Κ. Πετράκου: Θεατρολογικά Μiscellanea. Δίαυλος, Αθήνα 2004, κεφ. «Ο Βασίλης Ζιώγας και το fin de siècle», σσ. 353-364, 357-359. Ας σημειωθεί εδώ παρεπιμπτόντως ότι ο μυθιστορηματικός Δον Κιχώτης ήταν η κεντρική μορφή του πρώτου θεατρικού έργου που έγραψε ο Μέντης Μποσταντζόγλου το 1961, «μια προεκλογική σάτιρα με αιχμές για σημερινά πράγματα και καταστάσεις», προοορισμένη να παιχτεί ειδικά από τον Μάνο Κατράκη, ο οποίος όμως έχασε το θέατρό του, και έτσι το έργο δεν ανέβηκε ποτέ ούτε και δημοσιεύτηκε (αυτές είναι οι πληροφορίες που δίνει ο ίδιος ο συγγραφέας σε χειρόγραφο κείμενο που είχε την ευγενική καλοσύνη να μου παραχωρήσει ο γιος του Μποστ, κ. Κώστας Μποσταντζόγλου, τον οποίο ευχαριστώ και στο σημείο αυτό θερμά).
[37] Genette: Palimpsestes, ό.π., σσ. 192-193.
[38] Βλ. στο ίδιο, σσ. 291 κε.
[39] Χατζηπανταζής: Η ελληνική κωμωδία και τα πρότυπά της στο 19ο αιώνα, ό.π., σσ. 131-132 και υποσημ. 28.
[40] Χασάπη-Χριστοδούλου: Η ελληνική μυθολογία στο νεοελληνικό δράμα, Τόμ. Β΄, ό.π., σ. 793, υποσημ. 332.
[41] Εκδίδεται το 1943, από τις εκδόσεις «Ο Γλάρος Α.Ε.» – Αθήνα.
[42] Α. Σολομός: Βίος και Παίγνιον. Σκηνή – Προσκήνιο – Παρασκήνια, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1980, σ. 25.
[43] Βλέπε την έκδοση του έργου το 1983, από τις εκδόσεις Φιλιππότη, σ. 7.Παίχτηκε για πρώτη φορά από το θίασο του Μίμη Φωτόπουλου στο θέατρο «Άλφα» κατά τη χειμερινή περίοδο του έτους 1958.
[44] Βλ. Κ. Γεωργακάκη: «“Παραμύθι” για μικρούς ή για μεγάλους; Κρίσεις, συγκρίσεις και επικρίσεις για το Παραμύθι χωρίς όνομα», στον τόμο: Πρακτικά Πανελλήνιου Συνεδρίου προς τιμήν του Ιάκωβου Καμπανέλλη, Περί τεχνών, Πάτρα 2006, σσ. 111-134, ιδίως 113-114. Για τις συγκλίσεις και τις αποκλίσεις μεταξύ του υπερ-κειμένου έργου του Ιάκωβου Καμπανέλλη και του υπο-κειμένου ομότιτλου αφηγήματος της Πηνελόπης Δέλτα (1910), καθώς και για τη δυνατότητα ανάγνωσης του πρώτου ως «πολιτικής Παραβολής» πρβλ. Λ. Μαράκα: «Το Παραμύθι ως πολιτική Παραβολή. Το Παραμύθι χωρίς όνομα από την Πηνελόπη Δέλτα στον Ιάκωβο Καμπανέλλη», στο ίδιο, σσ. 63-86· Π. Μαυρομούστακος: Σχεδιάσματα ανάγνωσης, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2006, «Το παραμύθι χωρίς όνομα του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Σημειώσεις για μια άτακτη ανάγνωση», σσ. 193-216.
[45] Εταιρεία Σπουδών Σχολής Μωραϊτη, Αθήνα 1972: Π. Πρεβελάκης (Νοέμβριος 1972), «Εισαγωγή στο Στεπαντσίκοβο», σσ. 13-29.
[46] Π. Μάρκαρης: Το έπος του Βασιλιά Υμπύ Κείμενα, Αθήνα 1971. Παίχτηκε στο θέατρο «Στοά» το 1975.
[47] Φ. Κονδύλης: Ο Ιππότης από τη Μάντσα, Θεατρικό έργο σε δύο μέρη, Κέδρος, Αθήνα 1982. Υπότιτλος στο εσώφυλλο: «Ένα ελεύθερο πλησίασμα στο έπος του Θερβάντες».
[48] Κατατέθηκε το 1986 σε δακτυλογραφημένο αντίγραφο στη Βιβλιοθήκη του Θεατρικού Μουσείου·βλ. Χασάπη-Χριστοδούλου: Η ελληνική μυθολογία στο νεοελληνικό δράμα, Τόμ. Β΄, σ. 1070, υποσημ. 661.
[49] Βλ. Ε. Πέγκα: Τα ρούχα του Αυτοκράτορα, Οξύ, Αθήνα 1999, σ. 7. Το έργο ανέβηκε σε ένα μη θεατρικό χώρο, το Club 22, με τη συνεργασία στη σκηνοθεσία του βιντεοκαλλιτέχνη Μάνθου Σαντοριναίου και του χορογράφου Κωνσταντίνου Ρήγου, ενώ «ταυτόχρονα συνέπραξαν (με πραγματική επίδειξη) γνωστοί οίκοι μόδας για τα ενδύματα του αυτοκράτορα»· πρβλ. Γ. Π. Πεφάνης: Κείμενα και Νοήματα. Μελέτες και άρθρα για το θέατρο, Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 2005, κεφ. «Ζητήματα αισθητικής του ελληνικού θεάτρου στην αρχή της τρίτης χιλιετίας», σσ. 213-240, 223-224· Δ. Τσατσούλης: «Η νεοελληνική σκηνή στο δρόμο της μεταμοντέρνας ‘απωλείας’», Διαβάζω 461 (Μάρτιος 2006), αφιέρωμα: «Νεοελληνικό Θεατρικό Έργο (1985-2005), σσ. 111-112.
[50] Βλ. G. Genette: Seuils, Éditions du Seuil, Paris, 1987, σσ. 7-8· πρβλ. την «τιτλολογική» ανάλυση του έργου του Ιάκωβου Καμπανέλλη από τη Ζωή Βερβεροπούλου, η οποία στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις παρακειμενικές αναλύσεις του Gérard Genette· Z. Bερβεροπούλου: «Η σημαντική των τίτλων στο έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη», στον τόμο Πρακτικά Πανελλήνιου Συνεδρίου προς τιμήν του Ιάκωβου Καμπανέλλη, ό.π., σσ. 97-107.
[51] Βλ. Pavis: Λεξικό του θεάτρου, ό.π., σ. 377· Μ. Pfister: The Theory and Analysis of Drama (trans. by J. Halliday), Cambridge University Press, Cambridge 1988, σσ. 40-41.
[52] Πρβλ. Χασάπη-Χριστοδούλου: Η ελληνική μυθολογία στο νεοελληνικό δράμα, ό.π., Τόμ. Α΄, σσ. 578-579.
[53] Για την «αέναη ταλάντωση του γλωσσικού οργάνου» και τα «αντίπαλα πεδία» όπου κινούνται οι «λεκτικές εκπλήξεις» ειδικά του Μποστ, βλ. Μπακονικόλα: Κανόνες και εξαιρέσεις, ό.π., κεφ. «Το εκκρεμές του Μποστ», σσ. 118-123.
[54] Πεφάνης: Καμπανέλλης, ό.π., σσ. 90, 93.
[55] Πούχνερ: Πορείες και Σταθμοί, ό.π., κεφ. «Ασχολίαστη μυθολογική σάτιρα», σσ. 232-233.
[56] Χασάπη-Χριστοδούλου: Η ελληνική μυθολογία στο νεοελληνικό δράμα, Τόμ. Β΄, ό.π., σ. 1015.
[57] Γ. Π. Πεφάνης: Επί Σκηνής. Κριτική θεάτρου 1994-2004, Ergo, Αθήνα 2004, «Του έρωτα τα στρεβλά. Ρωμαίος και Ιουλιέτα του Μποστ από τη Στοά στο Θέατρο Βράχων-Μελίνα Μερκούρη, 1995», σσ. 71-72.
[58] Χατζηπανταζής: Η ελληνική κωμωδία και τα πρότυπά της στο 19ο αιώνα, ό.π., σσ. 126-127.
[59] Χασάπη-Χριστοδούλου: Η ελληνική μυθολογία στο νεοελληνικό δράμα, Τόμ. Β΄, ό.π., σ. 1013.
[60] Στο ίδιο, σ. 951.
[61] Β. Πούχνερ: Πορείες και Σταθμοί, ό.π., κεφ. «Η Οδύσσεια του Ιάκωβου Καμπανέλλη: Από το Οδυσσέα γύρισε σπίτι στην Τελευταία Πράξη», σσ. 324-339, 334-335.
[62] Κωστίου: Εισαγωγή στην Ποιητική της Ανατροπής, ό.π., σσ. 206-229.
[63] Στο ίδιο, σσ. 207-208.
[64] Για το μεγαλειώδη θρίαμβο της Φαύστας του Δημητρίου Βερναρδάκη κατά την παρουσίασή της στην ελληνική σκηνή το 1893 από δύο θιάσους (με ταυτόχρονες πρωταγωνίστριες τη Αικατερίνη Βερώνη και την Ευτυχία Παρασκευοπούλου) και το «τέλος εποχής» που αυτή σηματοδοτεί, γλωσσικά και ιδεολογικά, βλ. Α. Μανασσή: «Χυδαιοαριστοκρατομαχία. Η ελληνική δραματουργία την τελευταία εικοσαετία του 19ου αι. (1880-1900)», στον τόμο Πρακτικά Α΄Πανελληνίου Θεατρολογικού συνεδρίου, ό.π., σσ. 107-119, 112-113.
[65] Βλ. Γ. Π. Πεφάνης: Θέματα του μεταπολεμικού και σύγχρονου ελληνικού θεάτρου, Κέδρος, Αθήνα 2001, κεφ. «Ένα χαμόγελο για τον κύριο Μποστ», σσ. 81-86, 85: «Δεν αποσκορακίζεται όλο το οπλοστάσιο της αστικής ιδεολογίας, ακριβώς με την κατάχρηση των όπλων της; Δεν ξεμπροστιάζεται το συνονθύλευμα των λεξιλάγνων και των ληρόσοφων, ακριβώς χάρη στους λεξιθηρικούς ακροβατισμούς και τη ληροσοφία; Πόσα μαθαίνουμε, αν όχι για τον ίδιο τον Βερναρδάκη, αλλά για τους κορωμένους καθαρευουσιάνους από τη Φαύστα του Μποστ, χωρίς να υπάρχει ούτε μια αναφορά στο διάσημο ομώνυμο έργο του προκατόχου;».
[66] Βλ. Α. Βογιατζόγλου: «Μια άλλη ματιά στον ελληνικό υπερρεαλισμό: παρωδίες,1939-1945», Ελληνικά 46 (1996), σσ. 127-139.
[67] Βλ. Genette: Palimpsestes, ό.π., σσ. 30-31.
[68] Σε ό,τι αφορά τα κίνητρα και τη διάθεση του «μέσου» αποδέκτη μιας παρωδίας, ο Κώστας Γεωργουσόπουλος παρατηρεί: «Είναι γνωστό πως ο μέσος άνθρωπος είναι αυτός που μυθοποιεί πρόσωπα και καταστάσεις αλλά και αυτός που τραβάει τη σκάλα ή το χαλί και ευχαριστιέται να γκρεμοτσακίζονται οι θρύλοι, οι μύθοι, οι προβεβλημένες προσωπικότητες. Έτσι ευφραίνεται όταν γελοιοποιούνται μεγάλα και διάσημα κείμενα, ίσως γιατί πολλά από αυτά είναι δυσπρόσιτα στη νοημοσύνη του ή, όταν τα προσέγγισε, τον άφησαν απέξω ή τον τυράγνησαν για να φτάσει να τα καταλάβει» («Του κιτς η μάνα», εφ. Τα Νέα, 3/5/2004).
[69] Πρβλ. Κωστίου: Εισαγωγή στην Ποιητική της Ανατροπής, ό.π., σ. 209: «Η παιγνιώδης διάθεση οδηγεί τον συγγραφέα σε κείμενα που αγαπάει και τα οποία κατά κάποιον τρόπο προσοικειώνεται. Το κείμενο πρότυπο λειτουργεί τότε σαν ένα έτοιμο καλούπι όπου χύνονται νέα υλικά».
[70] Πούχνερ: Πορείες και Σταθμοί, ό.π., κεφ. «Ασχολίαστη μυθολογική σάτιρα του προεπαναστικού ελληνικού θεάτρου. Κωμωδία του μήλου της έριδος», σσ. 242-243 και 246.
[71] Κωστίου: Εισαγωγή στην Ποιητική της Ανατροπής, ό.π., σσ. 210-213.
[72] «Η παρωδία παίχτηκε την 1η Φεβρουαρίου 1942 στο θεάτρο Κοτοπούλη (Ρεξ), στις έκτακτες παραστάσεις του ‘Φανού των Συντακτών’, με χορό και μουσική υπόκρουση που είχε γράψει ο μαέστρος Βιτάλης. Την Ιφιγένεια είχε παίξει ο Μαυρέας, τον Ορέστη ο Μάνος Φιλιππίδης, τον Πυλάδη ο Χριστοφορίδης, την κορυφαία του Χορού η Μαρίκα Νέζερ, τον Εξάγγελο ο Ανακτορίδης»· βλ. Δ. Ψαθάς: Κηφισοφών. Κι’άλλα κωμικά σκετς, Εκδόσεις Μάρη, Αθήνα, χ.χ., προλογικές «Σημειώσεις και Κρίσεις» [υπογρ. Ο Εκδότης], σσ. 5-10, 5-6.
[73] Δ. Ψαθάς: Χειμώνας ΄41 ….. Ας σημειώσουμε επίσης εδώ ότι το ενδιαφέρον του Δημήτρη Ψαθά προς το νεώτερο τραγικό ποιητή υποδηλώνεται και από το γεγονός ότι με το πρόσωπό του ασχολήθηκε και σε μία άλλη μονόπρακτη σατιρική κωμωδία, με τον τίτλο Κηφισοφών και με πρωταγωνιστικό πρόσωπο τον καθηγητή Ξενοφώντα ο οποίος πέντε ολοκληρα χρόνια αγωνίζεται να ρίξει «άπλετο φως» στα οικογενειακά του μεγάλου τραγικού, που ο Αριστοφάνης και σύγχρονοι διαπρεπείς γραμματολόγοι συκοφαντούν ότι δήθεν τον απατούσε η γυναίκα του με τον Κηφισοφώντα. Χάρη σε τυχαία συμβάντα και αθέλητες αποκαλύψεις, ο Ξενοφών μαθαίνει ότι και ο ίδιος έπεσε θύμα απιστίας από μέρους της γυναίκας του. Στην καταληκτήρια σκηνή, «ο Ξενοφών μένει μόνος στη σκηνή, σκεφτικός. Αναστενάζει, ύστερα πηγαίνει στο γραφείο του, παίρνει τα χειρόγραφά του, τα κυττά και μονολογεί: Η Ιστορία! Φτωχέ μου Ξενοφών! Εσύ δεν ήξερες τι γινόταν μεσ’το σπίτι σου κι’είχες την αξίωση να μάθης τι γινόταν μέσα στο σπίτι του Ευριπίδη… εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια! (σκίζει σιγά-σιγά τα χειρόγραφά του ενώ κλείνει η αυλαία)». Σύμφωνα με τις προλογικές «Σημειώσεις και Κρίσεις» του Εκδότη του έργου (βλ. Δ. Ψαθάς: Κηφισοφών. Κι’άλλα κωμικά σκετς, ό.π., σσ. 5-10), το μονόπρακτο «γράφτηκε για τον Αιμίλιο Βεάκη, που τώπαιξε μαζί με δύο μονόπρακτα άλλων συγγραφέων –ένα του Άγγελου Τερζάκη και άλλο του Δημήτρη Ιωαννόπουλου – σε μια πανηγυρική παράστασή του στο θεάτρο της Κατερίνας, το καλοκαίρι του 1942». Δύο χρόνια αργότερα και πάλι σύμφωνα με το προλογικό εκδοτικό σημείωμα, ο Κηφισοφών, μαζί με άλλα Σκίτσα της εποχής (Νευρικός Κύριος, Γαλάζια Χελώνα, Οι λιμασμένοι, Οι τρελλοί της εποχής, Η κόλασι) «σημείωσαν μεγάλη επιτυχία όταν πρωτοανεβάστηκαν από τον Αργυρόπουλο (1944) στ’ομώνυμο θέατρό του της οδού Ιπποκράτους και συνέχισαν τις παραστάσεις τους στο θερινό θέατρο «Γκλόρια» της πλατείας Αμερικής». Μετά από ένα απάνθισμα διαφορετικών –εγκωμιαστικών τόσο για τον Κηφισοφώντα όσο και για τα υπόλοιπα Κωμικά Σκετς— κρίσεων από τον Τύπο, ο Εκδότης σημειώνει: «Πιο φροντισμένα στο γράψιμο είνε ο Κηφισοφών κι’ η Εύθυμη Κόλαση που δείχνουν και κοινωνική παρατήρηση και πείρα της ζωής, μα και κωμική φινέτσα. Τα δυο αυτά σκίτσα όσο κι’αν θυμίζουν κάπως την τεχνική επιθεωρησιακού σκετς όμως μπορούμε να πούμε πως μπαίνουν στην περιοχή της καλοστημένης κωμωδίας το πρώτο και της τσουχτερής σάτυρας το δεύτερο. Το γέλιο που αναβρύζει από αυτά δεν είναι ρηχό κι’ανάλαφρο ένα ξέδομα μόνο. Θαρρώ πως κατάφερε ο συγγραφέας να το πιάσει –όπως το φιλοδοξούσε— από βαθύτερες ρίζες ανθρώπινης συμπάθειας και λυτρωτικής αγανάκτησης» (σ. 8).
[74] Πρβλ. Κωστίου: Εισαγωγή στην ποιητική της ανατροπής, ό.π., σσ. 213-218.
[75] Β. Πούχνερ: Είδωλα και Ομοιώματα. Πέντε θεατρολογικά μελετήματα, Νεφέλη, Αθήνα 2000, κεφ. «Μικρά Καμπανελλικά», σσ. 113-142, 125.
[76] Πρβλ. την ανάλυση της Κυριακής Πετράκου, που εστιάζει στην τομή που επέφεραν στην ελληνική θεατρική παράδοση ειδικά τα δύο θεατρικά έργα του Ιάκωβου Καμπανέλλη, καρπός επίδρασης των οποίων ήταν ενδεχομένως αρκετά αρχαιόθεμα –όχι απαραιτήτως κωμικά— έργα των δεκαετιών ’60 και ’70· Κ. Πετράκου: «Ο μύθος, η ιστορία και η ανατροπή σε δύο πρώιμα έργα του Καμπανέλλη: Οδυσσέα γύρισε σπίτι και Ο Μπαμπάς ο Πόλεμος», Θέματα Λογοτεχνίας 30 (2005), σσ. 102-117, 114-115.
[77] Πρβλ. Π. Μαυρομούστακος: Το θέατρο στην Ελλάδα. 1940-2000. Μια επισκόπηση, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2005, «2.1. Η νέα γενιά των δραματουργών και οι νέες δυνάμεις του θεάτρου: πρώτες εμφανίσεις», σ. 109-117 (βιβλιογραφία σχετικά με τη φυσιογνωμία της δραματουργίας μετά το 1950).
[78] Θ. Κότσης: «Κείμενα και δια-κείμενα στη δραματουργία του Ιάκωβου Καμπανέλλη: Η περίπτωση των έργων Οδυσσέα γύρισε σπίτι και Ο Κανείς και οι Κύκλωπες», στον τόμο Πρακτικά Πανελληνίου Συνεδρίου προς τιμήν του Ιάκωβου Καμπανέλλη, ό.π., σσ. 335-344, 335.
[79] Όπως χαρακτηρίζει την Τελευταία Πράξη ο Γιώργος Πεφάνης: Καμπανέλλης, ό.π., «Γ. Η Τελευταία Πράξη», σσ. 89-94, 94.
[80] Πούχνερ: Πορείες και Σταθμοί, ό.π., κεφ. «Η Οδύσσεια του Ιάκωβου Καμπανέλλη: Από το Οδυσσέα γύρισε σπίτι στην Τελευταία Πράξη», σσ. 324-339, 337.
[81] Πρβλ. Κωστίου: Εισαγωγή στην Ποιητική της Ανατροπής, ό.π., σσ. 218-220.
[82] Στο ίδιο, σ. 219.
[83] Έργο που «θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ληξιαρχική πράξη γεννήσεως της δραματουργίας του Ανδρέα Στάικου, αφού θέτει τα βασικά εννοιολογικά και μορφικά στοιχεία των μετέπειτα θεατρικών κειμένων: έρωτας, θάνατος, αλλαγή ρόλων, επανάληψη»· Α. Σιβετίδου: Η θέαση της σιωπής στο θέατρο του Ανδρέα Στάικου, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000, σ. 123.
[84] Για τη δηλωτικότητα της ονοματοθεσίας στο συγκεκριμένο έργο βλ. Ζ. Τζουμάκα: «Παραπετάσματα καπνού και ψήγματα αλήθειας», στον τόμο: Α. Στάικος: Καπνοκράτωρ, Άγρα, Αθήνα 2005, σσ. 69-76, 72-73.
[85] Βλ. Μπακονικόλα-Γεωργοπούλου: Κανόνες και Εξαιρέσεις, ό.π., κεφ. «Ανδρέας Στάικος ή Η μελαγχολική πλευρά του σαρκασμού», σσ. 152-157, 153.
[86] Σ. Πατσαλίδης: Περί <Υπο>κειμένων και <Δια>κειμένων (επιμ. Δ. Μήττα), University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2000, κεφ. «Οι ‘άλλοι’ λόγοι του Αντρέα Στάικου: Το παιχνίδι της δια-κειμενικότητας και των ορίων», σσ. 467-481, 477.
[87] Δ. Τσατσούλης: «‘Καρναβαλικές’ αντηχήσεις στο θέατρο του Πάρι Τακόπουλου», στον τόμο Π. Τακόπουλος: Τα Θεατρικά, Α΄ Τόμος (θεατρολογική επιμέλεια: Δ. Τσατσούλης), Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003, σσ. 35-56.
[88] Μπανικόλα-Γεωργοπούλου: «Το ελληνοτρόπως κοσμοπολιτικό θέατρο του Πάρι Τακόπουλου», στον τόμο: Κανόνες και Εξαιρέσεις, ό.π., σσ. 158-163, 160.
[89] Μπακονικόλα-Γεωργοπούλου: «Το θέατρο του Πάρι Τακόπουλου», στον τόμο Τακόπουλος: Τα Θεατρικά, Α΄ Τόμος, ό.π., σσ. 11-14, 13-14. Για την ανάλυση του έργου του Π. Τακόπουλου, με δείγμα τα Εγκεφαλικά Επεισόδια και με βάση τον ορισμό και την περιγραφή του pastiche κατά G. Genette, πρβλ. Γ. Ιωαννίδη: «Χιούμορ και πολεμική στα δεκαέξι Εγκεφαλικά επεισόδια [1976] του Πάρι Τακόπουλου», στο ίδιο, σσ. 15-34.
[90] Για τους διαφορετικούς ορισμούς των εννοιών «παρωδία» και «σάτιρα» βλ. ενδεικτικά Κωστίου: Εισαγωγή στην ποιητική της ανατροπής, ό.π., σσ. 225-226 και 233-236· πρβλ. Pavis: Λεξικό του θεάτρου, ό.π., λ. «παρωδία», «4. Τέλος και περιεχόμενα», σ. 377.
[91] Κωστίου, στο ίδιο, σ. 233.
[92] Πρβλ. A. Polland: Σάτιρα (μετ.: Θ. Παπαμάργαρης), Ερμής, Αθήνα 1972 κεφ. «2. Θέματα» και «3. Τρόποι και Μέσα», σσ. 18-38 και 39-100, αντίστοιχα.
[93] Για τους στόχους και τις προθέσεις του σατιριστή βλ. στο ίδιο, κεφ. «1. Στόχοι και αντιλήψεις», σσ. 11-17.
[94] Βλ. Χασάπη-Χριστοδούλου: Η ελληνική μυθολογία στο νεοελληνικό δράμα, Τόμ. Α΄, ό.π., σσ. 652-658.
[95] Πετράκου: «Ο μύθος, η ιστορία και η ανατροπή σε δύο πρώιμα έργα του Καμπανέλλη: Οδυσσέα γύρισε σπίτι και Μπαμπάς ο πόλεμος», ό.π., σ. 103· πρβλ. Άλκης Θρύλος, Ελληνικό Θέατρο. 1945-1948, Τόμ. Δ΄, Αθήνα 1978, «15 Μαρτίου 1948. Ένα αγγλικό κι ένα ελληνικό έργο», σσ. 418-425. Θέατρο Κεντρικό (Θίασος Λογοθετίδη). «Σατιρική κωμωδία σε έξι ταμπλό», σσ. 422-425, 422-423.
[96] Δ. Τσατσούλης: Ιψενικά διακείμενα στη δραματουργία του Ιάκωβου Καμπανέλλη, Μεταίχμιο, Αθήνα 2004, κεφ. «Αντί εισαγωγής: Στη μακρά οδό της καμπανελλικής δραματουργίας», σσ. 11-22, 17.
[97] Στο ίδιο, σ. 18.
[98] Χασάπη-Χριστοδούλου: Η ελληνική μυθολογία στο νεοελληνικό δράμα, Τόμ. Β΄, σ. 871.
[99] Μποστ: «Πανηγυρικός», στον τόμο Χριστοδούλου: Τα όπλα του Αχιλλέα, ό.π., σ. 9.
[100] Χ. Μπακονικόλα: «Ήρωες και ηρωίνη», κείμενο από το Πρόγραμμα της παράστασης Υπό το βλέμμα του Μποστ: Έξι μικρά μονόπρακτα του Μέντη Μποσταντζόγλου, που ανεβάστηκε από τη Θεατρική Ομάδα Τέττιγες στο θέατρο Αργώ, το Μάρτιο 2006.
[101] Γεωργουσόπουλος: Κλειδιά και Κώδικες Θεάτρου ΙΙ. Ελληνικό Θέατρο, ό.π., «Πτώσεις και μεταπτώσεις», σσ. 404-407, 406.
[102] Πούχνερ: Ποίηση και μύθος στα θεατρικά έργα του Βασίλη Ζιώγα, ό.π., σ. 106.
[103] Χατζηπανταζής: Η ελληνική κωμωδία και τα πρότυπά της στο 19ο αιώνα, ό.π., σ. 116.
[104] Βλ. στο ίδιο, σσ. 116-119.
[105] Ι. Καμπανέλλης: Θέατρο, Τόμος Γ΄, Κέδρος, Αθήνα 1981 (γ΄έκδοση), «Σημείωμα για την παράσταση [του Μπαμπάς ο Πόλεμος] στο θέατρο Τέχνης. 1979», σσ. 181-182, 181.
[106] Δ. Χριστοδούλου: Τα όπλα του Αχιλλέα (Πρόλογος: Το κείμενο του πανηγυρικού για τις 150 παραστάσεις του έργου από τον Μέντη Μποσταντζόγλου), Κέδρος, Αθήνα, 1978, σ. 77.
[107] Κ. Μποσταντζόγλου: «Έργα και Ημέρες Χρύσανθου Βοσταντζόγλου», εφ. Η Καθημερινή, ειδικό ένθετο Επτά Ημέρες: «αφιέρωμα στον Μποστ», 18/5/2003, σσ. 30-31, 31.
[108] Δακτυλογραφημένο, αυτόγραφο κείμενο του Μποστ, που είχε την ευγενή καλοσύνη να μου παραχωρήσει ο Κώστας Μποσταντζόγλου.
[109] Πούχνερ: Ποίηση και μύθος στα θεατρικά έργα του Βασίλη Ζιώγα, ό.π., σσ. 107-108. Για τον προβληματισμό των Νεοελλήνων θεατρανθρώπων σχετικά με την «κρίση» και τις προοπτικές του θεάτρου στη δεκαετία του ’60 πρβλ. Κ. Πετράκου: Θεατρολογικά Μiscellanea, ό.π., κεφ. «Θέσεις και ερωτήματα για την πρωτοπορία στο σύγχρονο ελληνικό θέατρο», σσ. 365-380.
[110] Για μια σφαιρική παρουσίαση των όρων, των αδυναμιών, των πλεονεκτημάτων και των προοπτικών γενικότερα του νέου ελληνικού θεάτρου στο τέλος του 20ού αιώνα, βλ. Μαυρομούστακος: Το Θέατρο στην Ελλάδα 1940-2000, ό.π., κεφ. «Οι δύο τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα: τα χρόνια των προσδοκιών» και «Προσθήκες, επισημάνσεις και πρώτοι απολογισμοί για το τέλος του αιώνα», σσ. 169-245 και σ. 246-284, αντίστοιχα.
[111] Πρβλ. Πεφάνης: Θέματα του μεταπολεμικού και σύγχρονου ελληνικού θεάτρου, ό.π., κεφ. «Προβλήματα ταξινόμησης του μεταπολεμικού ελληνικού δράματος», σσ. 21-44, ιδίως 28-33· Χασάπη-Χριστοδούλου: Η ελληνική μυθολογία στο νεοελληνικό δράμα, Τόμ. Β΄, ό.π., «Επίλογος: Η τυπολογία και η ιδεολογική διαχείριση της ελληνικής μυθολογίας στο νεοελληνικό δράμα. Γενικά συμπεράσματα», σσ. 1111-1156.
[112] Βλ. Πεφάνης, στο ίδιο, ιδίως σσ. 34-36· πρβλ. του ίδιου: «Η ελληνική δραματουργία 1985-2005: Εν ριπή οφθαλμού», Διαβάζω 461 (Μάρτιος 2006), αφιέρωμα: «Νεοελληνικό Θεατρικό Έργο (1985-2005), σσ. 105-107, 107.
[113] Βλ. Τσατσούλης: «Η νεοελληνική σκηνή στο δρόμο της μεταμοντέρνας ‘απωλείας’», ό.π., σσ. 111-112.
[114] Πρβλ. Θ. Γραμματάς: Το ελληνικό θέατρο στον 20ό αιώνα. Πολιτισμικά πρότυπα και πρωτότυπα, Τόμος Β΄, Εξάντας, Αθήνα, 2002, κεφ. «Η διασκεδαστική τέχνη, 1. Η πορεία της επιθεώρησης», σσ. 93-120· Μαυρομούστακος: Το Θέατρο στην Ελλάδα 1940-2000, ό.π., σσ. 149-152· Λ. Μαράκα: Δράμα και Παράσταση, Πολύτροπον, Αθήνα, 2006, κεφ. «Επιθεώρηση: Είδος υπό εξαφάνισιν», σσ. 199-216, ιδίως 215-216· Κ. Γεωργουσόπουλος: «Του συρμού ήτοι τρέντυ», εφ. Τα Νέα, 13/1/2007.
[115] Αρχής γενομένης λ.χ. από τη αρχαιόμυθη «σατιρική παρωδία» Θεοί στον Όλυμπο του 1978, σε σενάριο Δημήτρη Ραβάνη και σκηνοθεσία Γιώργου Μούτσιου [βλ. Σ. Βαλούκος: Η ελληνική τηλεόραση (1967-1998), Αιγόκερως, Αθήνα 1998, σσ. 108-109] ή το «μουσικό σόου» Σατιρικό (1982), σε σενάριο και σκηνοθεσία Γιώργου Δαμπάση, με στόχο την πολιτική, κοινωνική και καλλιτεχνική επικαιρότητα (βλ. Γ. Δαμπάσης: Την εποχή της τηλεόρασης, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2002, σ. 182).
[116] Βλ. π.χ. την επιτυχημένη μακρόχρονη σειρά Οι δέκα μικροί Μήτσοι (1992-1997), σε σενάριο Λάκη Λαζόπουλου (Βαλούκος: Η ελληνική τηλεόραση, ό.π., σ. 83).
[117]Π.χ. Φραγκενστάιν τζούνιορ, Λίγο πολύ τρελούτσικος, Οι ήρωες με τα κολάν,Τρελές σφαίρες, Scary movie κ.ά.· για την παρωδία στον κινηματογράφο βλ. Σ. Βαλούκος: Η Κωμωδία, Αιγόκερως, Αθήνα 2001, σσ. 301-302.
[118] Αρχίζοντας με την ταινία Σενάριο του Ντίνου Μαυροειδή (1985) και φτάνοντας στο πολύ επιτυχημένο εμπορικά Το Κλάμα βγήκε απ’ τον Παράδεισο των Μιχάλη Ρέππα-Θανάση Παπαθανασίου (2001), οι οποίες σατιρίζουν αμφότερες τις δακρύβρεχτες ελληνικές ταινίες μελό της δεκαετίας του 1960· βλ. Α. Ρουβάς & Χ. Σταθακόπουλος: Ελληνικός Κινηματογράφος. Ιστορία-Φιλμογραφία-Βιογραφικά, Β΄ Τόμος (1971-2005), Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2005, σσ. 300 και 527, αντίστοιχα.
[119] Π.χ. Όλος ο Σαίξπηρ σε μια ώρα των Τζ. Μπόργκεσον, Α. Λονγκ, Ντ. Σίνκερ, Φρανκεστάιν Ρεντίκολους του Μάρτιν Ντάουνινγκ, Άμλετ ο Β΄ του Σαμ Μπόμπρικ.
[120] Βλ. π.χ. το παλαιότερο και το πιο πρόσφατο παρωδιακό ανέβασμα του έργου Αι δύο ορφαναί του Αδόλφου ντ’ Ενερί και Ευγενίου Κορμόν ή την πρόσφατη κωμική σύνθεση σαιξπηρικών έργων στην παράσταση Μια νύχτα με τον Σαίξπηρ, σε σκηνοθεσία Αντώνη Καλογρίδη (καλοκαίρι 2006).
[121] Κωστίου: Εισαγωγή στην Ποιητική της Ανατροπής, ό.π., σ. 239.
[122] Ν. Βαγενάς: «Δύσκολοι καιροί για την παρωδία», εφ. Το Βήμα, 24/3/2002.
[123] Τα παραστασιολογικά στοιχεία προέρχονται από το Πρόγραμμα της παράστασης της Μήδειας από το Σύλλογο Φοιτητών του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών της Αθήνας (Θέατρο «Μέλι», Αθήνα 2004), σ. 5, όπου επίσης αναφέρεται: «Μετά από έρευνα που διεξήχθη στο Θεατρικό Μουσείο διαπιστώθηκε ότι μέχρι σήμερα έχουν παρουσιαστεί 36 επαγγελματικές και 28 ερασιτεχνικές παραστάσεις έργων του Μποστ, ενώ υπάρχει και ένας ικανός αριθμός παραστάσεων ερασιτεχνικών που δεν έχουν καταγραφεί ιδιαίτερα μετά το 1998. […]».
[124] Κ. Γεωργουσόπουλος: «Ο πρέσβης Καμπανέλλης», εφ. Τα Νέα, 22/6/2002.
[125] Β. Βαρίκας: Κριτική Θεάτρου. Επιλογή 1961-1971, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 1972, σσ. 181-182, 182.
[126] Πρβλ. Πατσαλίδης: Περί <υπο>κειμένων και <δια>κειμένων, σσ. 89-118.
[127] Πρβλ. Σ. Πατσαλίδης: Θεατρική Θεσσαλονίκη, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2006, «Ο ανατρεπτικός Μποστ», σσ. 232-233, 232: «Ο υπονομευτής του λογικού, ο ανατροπέας της σημειωτικής, ο πλέον ίσως μεταμοντέρνος συγγραφέας του νεοελληνικού θεάτρου. Ο άνθρωπος που παίζει με τρόπο μοναδικό το παιχνίδι της διακειμενικότητας, της παρωδίας και παραδοξολογίας, της γλωσσικής, συντακτικής και νοηματικής (αν)επάρκειας, της ιδεολογίας, της υφολογίας».
[128]Βλ. Πεφάνης: Κείμενα και Νοήματα. Μελέτες και άρθρα για το θέατρο, ό.π., κεφ. «Ζητήματα αισθητικής του ελληνικού θεάτρου στην αρχή της τρίτης χιλιετίας», σσ. 213-240, 238.
[129] Γραμματάς: Το ελληνικό θέατρο στον 20ό αιώνα, ό.π., «Μυθοκριτική και μυθοπλασία: Ανάδυση, ευλυγισία και εξακτίνωση του τραγικού μύθου», σσ. 51-86, 81-82.
[130] M. Rose: Parody/Metafiction: An analysis of Parody as a Critical Mirror to the Writing and Reception of Fiction, Groom Helm, London 1969, σσ. 28, 30. Με διαφορετική διατύπωση: «Η αγάπη για το οικείο δεν αποκλείει τη διάθεση να το διακωμωδήσεις ή να το απομυθοποιήσεις»· Μπακονικόλα: Κανόνες και Εξαιρέσεις, ό.π., κεφ. «Το ελληνοτρόπως κοσμοπολιτικό θέατρο του Πάρι Τακόπουλου», σ. 162.
[131] Γραμματάς: Το ελληνικό θέατρο στον 20ό αιώνα, Τόμ. Β΄, ό.π., κεφ. «Η διασκεδαστική τέχνη, 2. Όψεις της κωμωδίας», σσ. 121-140, 136· πρβλ. του ίδιου: Διαδρομές στη Θεατρική Ιστορία, Εξάντας, Αθήνα, 2004, κεφ. «Η αρχαιοελληνική μυθολογία στη νεοελληνική κωμωδία», σσ. 207-227.
[132] Βλ. Ε. Ιωαννίδου: «Μεταμορφώσεις της τραγωδίας στη νεοελληνική δραματουργία 1990-2005», Διαβάζω 461 (Μάρτιος 2006), αφιέρωμα: «Νεοελληνικό Θεατρικό Έργο (1985-2005)», σσ. 113-115, 113.
[133] Ν. Βαγενάς: «Η παρωδία στη νεοελληνική λογοτεχνία», εφ. Το Βήμα, 25/8/2002.
[134] Του ίδιου: «Δύσκολοι καιροί για την παρωδία», εφ. Το Βήμα, 24/3/2002.
[135] Πρβλ. Κ. Γεωργουσόπουλος: «Παρατραγωδία, παρωδία, φλύαξ», εφ. Τα Νέα, 13/9/2003: «[…] ο δαιμόνιος Μποστ δεν έπεσε ξεκρέμαστος από τον ουρανό, αλλά αντίθετα αποτελεί ιδιοφυή και γόνιμη συνέχεια ένδοξων προγόνων και δόκιμων ειδών».
[136] Πεφάνης: Επί Σκηνής, ό.π., «Οι υπερβολές του Μποστ και το φεγγάρι του Παπαγεωργίου, θέατρο «Στοά», 2001», σσ. 349-350.
[137] Νάσος Βαγενάς, «Δύσκολοι καιροί για την παρωδία», εφ. Το Βήμα, 24/3/2002.
[138] Του ίδιου: «Η παρωδία στη νεοελληνική λογοτεχνία», εφ. Το Βήμα, 25/8/2002.
[139] Κωστίου: Εισαγωγή στην ποιητική της ανατροπής, ό.π., σ. 216.
[140] Βλ. στο ίδιο, σσ. 222 και 227.